Αγγλικά → Ελληνικά - attenuated

προφορά
[attenuate] ρήμ. αραιώ, λεπτύνω, εξασθενώ

Αγγλικά → Αγγλικά - attenuated

προφορά
adj. made thin; tapered; reduced; weakened

Αγγλικά → Γαλλικά - attenuated

προφορά
adj. atténué, réduit; affaibli; effilé

Αγγλικά → Γερμανικά - attenuated

προφορά
[attenuate] v. vermindern

Αγγλικά → Ιταλικά - attenuated

προφορά
[attenuate] v. assottigliare; (fig) moderare, attenuare; diluire, rarefare; ridurre la virulenza di

Αγγλικά → Πορτογαλικά - attenuated

προφορά
[attenuate] v. atenuar, suavizar, amortecer; enfraquecer

Αγγλικά → Ρωσικά - attenuated

προφορά
[attenuate] г. истощать, разжижать, ослаблять, смягчать

Αγγλικά → Ισπανικά - attenuated

προφορά
adj. atenuado, reducido; debilitado, desvitalizado

Αγγλικά → Τουρκικά - attenuated

προφορά
[attenuate] f. inceltmek, seyreltmek, hafifletmek, azaltmak, kısmak, değerini düşürmek, söndürmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - attenuated

προφορά
a. виснажений, розріджений, ослаблений

Αγγλικά → Ολλανδικά - attenuated

προφορά
[attenuate] ww. verminderen; verzwakken

Αγγλικά → Κινεζικά - attenuated

προφορά
[attenuate] (动) 变薄; 变小; 变细; 减弱

Αγγλικά → Κινεζικά - attenuated

προφορά
[attenuate] (動) 變薄; 變小; 變細; 減弱

Αγγλικά → Ιαπωνικά - attenuated

προφορά
(形) 細くした; 先細りにした; 減らした; 弱くした
(動) 細くする; やせ細らせる; 薄くする; 減じる

Αγγλικά → Κορεατικά - attenuated

προφορά
[attenuate] 동. 가늘어 지다, 묽어지다; 약해지다, 희박하게 되다


dictionary extension
© dictionarist.com