Πορτογαλικά → Αγγλικά - atlético

προφορά
adj. athletic, pertaining to sports

Ισπανικά → Αγγλικά - atlético

προφορά
adj. athletic

Πορτογαλικά → Γαλλικά - atlético

προφορά
1. (geral) athlétique
2. (condição física) sportif

Ισπανικά → Γαλλικά - atlético

προφορά
1. (general) athlétique
2. (estado físico) sportif

Ισπανικά → Γερμανικά - atlético

προφορά
a. athletisch

Ισπανικά → Ρωσικά - atlético

προφορά
adj. атлетический

Ισπανικά → Κορεατικά - atlético

προφορά
adj. 경기의


dictionary extension
© dictionarist.com