Αγγλικά → Ελληνικά - athletic

προφορά
επίθ. αθλητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - athletic

προφορά
adj. participating in sports; pertaining to sports; gifted in sports

Αγγλικά → Γαλλικά - athletic

προφορά
adj. athlétique, sportif

Αγγλικά → Γερμανικά - athletic

προφορά
adj. sportlich, athletisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - athletic

προφορά
a. keolahragaan, atletis

Αγγλικά → Ιταλικά - athletic

προφορά
agg. atletico

Αγγλικά → Πολωνικά - athletic

προφορά
a. gimnastyczny, atletyczny, lekkoatletyczny, sportowy, wysportowany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - athletic

προφορά
adj. atlética; atletismo

Αγγλικά → Ρουμανικά - athletic

προφορά
a. atletic

Αγγλικά → Ρωσικά - athletic

προφορά
прил. спортивный, атлетический, богатырский

Αγγλικά → Ισπανικά - athletic

προφορά
adj. atlético

Αγγλικά → Τουρκικά - athletic

προφορά
s. atletik, atletlerle ilgili

Αγγλικά → Ουκρανικά - athletic

προφορά
a. спортивний, атлетичний, сильний, мускулястий

Αγγλικά → Ολλανδικά - athletic

προφορά
bn. sportief, atletisch

Αγγλικά → Αραβικά - athletic

προφορά
‏رياضي، نشيط، قوي، حيوي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - athletic

προφορά
(形) 运动的

Αγγλικά → Κινεζικά - athletic

προφορά
(形) 運動的

Αγγλικά → Χίντι - athletic

προφορά
a. पुष्ट, बलवान

Αγγλικά → Ιαπωνικά - athletic

προφορά
(形) 運動選手の; 競技の; 運動能力のある

Αγγλικά → Κορεατικά - athletic

προφορά
형. 운동선수의; 운동의; 운동에 소질이 있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - athletic

προφορά
a. thuộc về thể thao, thể dục


dictionary extension
© dictionarist.com