Αγγλικά → Ελληνικά - astringent

προφορά
επίθ. στυπτικός, δριμύς, συσταλτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - astringent

προφορά
n. substance which causes contraction; substance that stops bleeding; (Cosmetics) substance that tightens the skin and also removes oils from the skin
adj. severe; harsh; constrictive; tightens (the skin)
adj. astringent, severe

Αγγλικά → Γαλλικά - astringent

προφορά
n. astringent, subtance qui produit un ressserrrement; subtance qui arrête les saignements; styptique (Médical)
adj. astreignant, dur, sévère; astringent; réducteur

Αγγλικά → Γερμανικά - astringent

προφορά
n. astringierend, zusammenziehend, stopfend
adj. streng, herb; scharf, beißend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - astringent

προφορά
n. zat yg menciuntukan

Αγγλικά → Ιταλικά - astringent

προφορά
s. (Farm, Cosmet) astringente
agg. astringente, severo

Αγγλικά → Πολωνικά - astringent

προφορά
n. wstrzymujący środek {farm.}

Αγγλικά → Πορτογαλικά - astringent

προφορά
s. substância adstringente; substância que estanca sangramento (através de constrição dos vasos sangüíneos)
adj. austero, severo; adstringente

Αγγλικά → Ρουμανικά - astringent

προφορά
n. astringent
a. astringent

Αγγλικά → Ρωσικά - astringent

προφορά
с. вяжущее средство
прил. вяжущий, стягивающий; строгий, суровый

Αγγλικά → Ισπανικά - astringent

προφορά
s. astringente, aprieta; material que detiene hemorragias
adj. astringente, acerbo, áspero, agrio degenio, duro;que aprieta o astringe los tejidos blandos, que detiene el vientre

Αγγλικά → Τουρκικά - astringent

προφορά
i. astrenjan, kanamayı durduran ilaç, damarları büzen ilaç
s. büzücü, sıkıştırıcı, kanı durduran, sert, şiddetli

Αγγλικά → Ουκρανικά - astringent

προφορά
n. в'яжучий засіб
a. в'яжучий, стягуючий, суворий, терпкий

Γαλλικά → Αγγλικά - astringent

προφορά
adj. astringent, severe

Ρουμανικά → Αγγλικά - astringent

n. astringent
a. astringent, tart, acerb, astrictive

Ολλανδικά → Αγγλικά - astringent

προφορά
adj. astringent, severe; harsh; constrictive

Αγγλικά → Ολλανδικά - astringent

προφορά
zn. krimpmiddel; bloedstollend middel
bn. ernstig; streng; samengetrokken

Γαλλικά → Γερμανικά - astringent

προφορά
n. adstringens

Γαλλικά → Ιταλικά - astringent

προφορά
(médecine) astringente; emostatico

Γαλλικά → Πορτογαλικά - astringent

προφορά
(médecine) adstringente

Γαλλικά → Ισπανικά - astringent

προφορά
(médecine) astringente; estíptico

Γαλλικά → Τουρκικά - astringent

προφορά
peklik veren, pekiştirici (ilaç)

Γαλλικά → Ολλανδικά - astringent

προφορά
(médecine) samentrekkend; styptisch; adstringerend

Αγγλικά → Αραβικά - astringent

προφορά
‏العقول مادة طبية‏
‏صارم، مقلص‏

Αγγλικά → Κινεζικά - astringent

προφορά
(名) 收敛剂
(形) 严酷的; 涩的; 收敛性的

Αγγλικά → Κινεζικά - astringent

προφορά
(名) 收斂劑
(形) 嚴酷的; 澀的; 收斂性的

Αγγλικά → Χίντι - astringent

προφορά
a. सिकोड़नेवाली, पौष्टिक, स्तम्मक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - astringent

προφορά
(形) 収斂性の; 厳しい
(名) 収斂剤; アストリンゼント

Αγγλικά → Κορεατικά - astringent

προφορά
형. 수렴성의

Αγγλικά → Βιετναμικά - astringent

προφορά
n. thuốc thu liểm
a. có tính rút teo, co lại, thu lại


dictionary extension
© dictionarist.com