Αγγλικά → Ελληνικά - assistance

προφορά
ουσ. βοήθεια

Αγγλικά → Αγγλικά - assistance

προφορά
n. aid, help
n. assistance, help, relief, aid; onlookers, attendance, audience, turnout; contribution, facilitation

Αγγλικά → Γαλλικά - assistance

προφορά
n. assistance, secours, aide

Αγγλικά → Γερμανικά - assistance

προφορά
n. Hilfe, Unterstützung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - assistance

προφορά
n. bantuan, pertolongan, uluran, sambung tangan

Αγγλικά → Ιταλικά - assistance

προφορά
s. aiuto, assistenza

Αγγλικά → Πολωνικά - assistance

προφορά
n. pomoc, wsparcie, ratunek

Αγγλικά → Πορτογαλικά - assistance

προφορά
s. auxílio; assistência; socorro

Αγγλικά → Ρουμανικά - assistance

προφορά
n. ajutor, sprijin, asistenţă, cooperare, oficiu, concurs

Αγγλικά → Ρωσικά - assistance

προφορά
с. помощь, содействие, вспомоществование

Αγγλικά → Ισπανικά - assistance

προφορά
s. asistencia, acorrimiento, acudimiento, auxilio, ayuda, colaboración, socorro; comparecencia, participación, quórum

Αγγλικά → Τουρκικά - assistance

προφορά
i. yardım, destek

Αγγλικά → Ουκρανικά - assistance

προφορά
n. допомога, сприяння, асиста, вирука, запомога, підмога, поміч

Γαλλικά → Αγγλικά - assistance

προφορά
(f) n. assistance, help, relief, aid; onlookers, attendance, audience, turnout; contribution, facilitation

Αγγλικά → Ολλανδικά - assistance

προφορά
zn. hulp; steun; bijstand

Γαλλικά → Γερμανικά - assistance

προφορά
n. gemeinde, fürsorge, hilfeleistung, begünstigung, zuhörer, beistand, schutz, publikum

Γαλλικά → Ιταλικά - assistance

προφορά
1. (général) astanti (mp); presenti (mp)
2. (gouvernement) assistenza sociale
3. (aide) assistenza (f); aiuto (m); sostegno (m); appoggio (m) 4. (secours) soccorso (m); assistenza (f); aiuto (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - assistance

προφορά
1. (général) audiência (f)
2. (gouvernement) previdência social; assistência social
3. (aide) assistência (f); ajuda (f); socorro (m); auxílio (m) 4. (secours) ajuda (f); socorro (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - assistance

προφορά
n. помощь (f), содействие (f), облегчение (f), собрание (людей) (f), собрание (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - assistance

προφορά
1. (général) asistencia (f)
2. (gouvernement) asistencia social
3. (aide) asistencia (f); ayuda (f); socorro (m); concurso (m); auxilio (m) 4. (secours) ayuda (f); socorro (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - assistance

προφορά
[la] yardım; dinleyiciler, seyirciler

Γαλλικά → Ολλανδικά - assistance

προφορά
1. (général) publiek (n)
2. (gouvernement) welzijnszorg (m/f); maatschappelijk werk (n)
3. (aide) bijstand (m); hulp (m/f); assistentie (f); steun (m) 4. (secours) steun (m); bijstand (m); hulp (m/f); ondersteuning (f); hulpverlening (f)

Αγγλικά → Αραβικά - assistance

προφορά
‏مساعد، مساعدة، مناصرة، إسداء العون، عون‏

Αγγλικά → Κινεζικά - assistance

προφορά
(名) 协助; 补助; 援助

Αγγλικά → Κινεζικά - assistance

προφορά
(名) 協助; 補助; 援助

Αγγλικά → Χίντι - assistance

προφορά
n. सहायता, सहाय

Αγγλικά → Ιαπωνικά - assistance

προφορά
(名) 助力; 手伝い

Αγγλικά → Κορεατικά - assistance

προφορά
명. 거듦, 원조

Αγγλικά → Βιετναμικά - assistance

προφορά
n. sự giúp đở


dictionary extension
© dictionarist.com