Αγγλικά → Ελληνικά - assemble

προφορά
ρήμ. συγκαλώ, συναθροίζω, συναθροίζομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - assemble

προφορά
v. gather together; put together; get together
v. assemble, pile up, piece together; put together

Αγγλικά → Γαλλικά - assemble

προφορά
v. assembler; rassembler; se rassembler; réunir

Αγγλικά → Γερμανικά - assemble

προφορά
v. sammeln; assemblieren; versammeln

Αγγλικά → Ινδονησιακά - assemble

προφορά
v. menghimpunkan, mengerahkan, berkumpul, berhimpun, memasang

Αγγλικά → Ιταλικά - assemble

προφορά
v. radunare, riunire, raccogliere; montare, assemblare; mettere insieme

Αγγλικά → Πολωνικά - assemble

προφορά
v. zbierać, gromadzić, montować, składać, grupować, zebrać, złożyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - assemble

προφορά
v. recolher, ajuntar; montar; reunir-se

Αγγλικά → Ρουμανικά - assemble

προφορά
v. aduna, strânge, întruni, convoca, pune în ordine, asambla, monta, înjgheba, ridica, îngrămădi

Αγγλικά → Ρωσικά - assemble

προφορά
г. созывать; собирать; собираться; составлять, монтировать

Αγγλικά → Ισπανικά - assemble

προφορά
v. ensamblar, armar, configurar, formular, integrar, montar; congregar, agrupar, atropar, convocar, juntar; reunirse; instrumentar, orquestar

Αγγλικά → Τουρκικά - assemble

προφορά
f. birleştirmek, toplamak, monte etmek, parçaları birleştirmek, çevirmek (bilgisayar), toplanmak, toplantı yapmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - assemble

προφορά
v. скликати, збирати, збиратися, монтувати, з'їжджатися, згуртитися, зіходитися, складати

Γαλλικά → Αγγλικά - assemble

προφορά
[assembler] v. assemble, pile up, piece together; put together

Αγγλικά → Ολλανδικά - assemble

προφορά
ww. verzamelen; monteren; vergaderen

Αγγλικά → Αραβικά - assemble

προφορά
‏جمع، حشد، تجمهر، إجتمع، تجمع، ركب‏

Αγγλικά → Κινεζικά - assemble

προφορά
(动) 集合; 装配; 聚集; 集会, 集合, 聚集

Αγγλικά → Κινεζικά - assemble

προφορά
(動) 集合; 裝配; 聚集; 集會, 集合, 聚集

Αγγλικά → Χίντι - assemble

προφορά
v. एकत्र होना, एकत्र करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - assemble

προφορά
(動) 集める; 集合させる; 組み立てる

Αγγλικά → Κορεατικά - assemble

προφορά
동. 모으다; 조립하다; 집합하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - assemble

προφορά
v. họp lại, tập hợp, triệu tập, gọi nhóm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: assembling
Present: assemble (3.person: assembles)
Past: assembled
Future: will assemble
Present conditional: would assemble
Present Perfect: have assembled (3.person: has assembled)
Past Perfect: had assembled
Future Perfect: will have assembled
Past conditional: would have assembled
© dictionarist.com