Αγγλικά → Ελληνικά - assault

προφορά
ουσ. επίθεσις, βίαιη επίθεση, προσβολή
ρήμ. προσβάλλω

Αγγλικά → Αγγλικά - assault

προφορά
n. attack, onslaught
v. attack, storm, fall upon; rape

Αγγλικά → Γαλλικά - assault

προφορά
n. assaut, attaque; offensive
v. assaillir, agresser, attaquer; v iolenter; donner l'assaut à; kidnapper

Αγγλικά → Γερμανικά - assault

προφορά
n. Angriff
v. angreifen, überfallen, erstürmen; vergewaltigen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - assault

προφορά
n. serangan, penyerangan, makar, gangguan
v. menyerang, memperkosa

Αγγλικά → Ιταλικά - assault

προφορά
s. assalto, attacco; (Dir) aggressione; violenza carnale, stupro
v. assaltare, assalire, attaccare; violentare, stuprare

Αγγλικά → Πολωνικά - assault

προφορά
n. szturm, napad, atak, napaść, napasać, napasywać
v. przypuszczać szturm, zaatakować, atakować, iść, pobić kogoś, poturbować, energicznie: zabierać się energicznie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - assault

προφορά
s. assalto; ataque; agressão
v. assaltar; atacar; agredir; acontecer

Αγγλικά → Ρουμανικά - assault

προφορά
n. atac, asalt, năvală, desant, viol
v. ataca, asalta, viola

Αγγλικά → Ρωσικά - assault

προφορά
с. нападение, атака, штурм, приступ, высадка десанта с боем; нападки, словесное оскорбление и угроза физическим насилием, насилие, изнасилование
г. нападать, атаковать, штурмовать, идти на приступ, грозить физическим насилием, набрасываться, изнасиловать

Αγγλικά → Ισπανικά - assault

προφορά
s. asalto, acometida, agresión, arremetida, atraco, embestida
v. asaltar, agredir, atacar, atracar, irrumpir, robar a mano armada; lanzarse contra, embestir

Αγγλικά → Τουρκικά - assault

προφορά
f. saldırmak, hücum etmek; tecâvüz etmek; ırza geçmek
i. saldırı, hücum; tecâvüz, fiili tecavüz (hukuk)

Αγγλικά → Ουκρανικά - assault

προφορά
n. напад, штурм, виступ: різкий виступ, насильство, випад, нагін, приступ
v. нападати, атакувати, діяти різко, критикувати, насилувати, зачіпати
a. штурмовий

Αγγλικά → Ολλανδικά - assault

προφορά
zn. bestorming, aanval
ww. bestormen, aanvallen; aanranden

Αγγλικά → Αραβικά - assault

προφορά
‏هجوم، إعتداء، إنقضاض، بطش‏
‏هاجم، إغتصب، إعتدى، تهجم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - assault

προφορά
(名) 袭击, 攻击; 侵犯人身; 抨击, 谴责; 强奸, 施暴
(动) 攻击; 抨击, 谴责; 袭击; 对...施暴; 动武

Αγγλικά → Κινεζικά - assault

προφορά
(名) 襲擊, 攻擊; 侵犯人身; 抨擊, 譴責; 強姦, 施暴
(動) 攻擊; 抨擊, 譴責; 襲擊; 對...施暴; 動武

Αγγλικά → Χίντι - assault

προφορά
n. धावा, वार, चढ़ाई, धर्षण, अवैध मार-पीट, अवैध गाली
v. आक्रमण करना, धावा करना, धर्षण करना
a. धावा करनेवाला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - assault

προφορά
(動) 襲撃する; 暴行を加える; 激しく非難する
(名) 攻撃, 襲撃; 暴行; 非難

Αγγλικά → Κορεατικά - assault

προφορά
명. 갑작스런 습격, 폭행
동. 급습하다; 폭행하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - assault

προφορά
n. sự tấn công, đột kích, công kích, sự bạo hành, tội hiếp dâm, tội làm đồi phong bại tục
v. bị cưởng hiếp, bị hiếp dâm, công kích, tấn công
a. tội cưởng dâm


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: assaulting
Present: assault (3.person: assaults)
Past: assaulted
Future: will assault
Present conditional: would assault
Present Perfect: have assaulted (3.person: has assaulted)
Past Perfect: had assaulted
Future Perfect: will have assaulted
Past conditional: would have assaulted
© dictionarist.com