Αγγλικά → Ελληνικά - ascetic

προφορά
ουσ. ασκητής
επίθ. ασκητικός

Αγγλικά → Αγγλικά - ascetic

προφορά
n. one who practices self-denial for spiritual discipline, abstainer, recluse, hermit
adj. abstinent, self-denying, celibate; austere, severe

Αγγλικά → Γαλλικά - ascetic

προφορά
n. ascétique, qui pratique l'ascèse
adj. ascétique, relatif à l'ascèse; austère, sévère

Αγγλικά → Γερμανικά - ascetic

προφορά
n. Asket
adj. asketisch

Αγγλικά → Ινδονησιακά - ascetic

προφορά
n. pertapa
a. pertapa: yg bersifat pertapa

Αγγλικά → Ιταλικά - ascetic

προφορά
s. asceta
agg. (Rel) ascetico; austero

Αγγλικά → Πολωνικά - ascetic

προφορά
n. asceta
a. ascetyczny

Αγγλικά → Πορτογαλικά - ascetic

προφορά
s. asceta; isolamento
adj. ascético; isolado

Αγγλικά → Ρουμανικά - ascetic

προφορά
n. ascet, pustnic
a. ascetic

Αγγλικά → Ρωσικά - ascetic

προφορά
с. аскет, отшельник, подвижник
прил. аскетический, воздержанный

Αγγλικά → Ισπανικά - ascetic

προφορά
s. asceta, místico
adj. ascético, asceta, austero, espartano

Αγγλικά → Τουρκικά - ascetic

προφορά
i. sofu, çileci, dünya nimetlerinden elini eteğini çekmiş kimse
s. dünya nimetlerinden elini eteğini çekmiş, sofu

Αγγλικά → Ουκρανικά - ascetic

προφορά
n. аскет, відлюдник, пустельник, пустинник, подвижник
a. аскетичний, стриманий, відлюдний

Ρουμανικά → Αγγλικά - ascetic

a. ascetic, austere

Αγγλικά → Ολλανδικά - ascetic

προφορά
zn. uitleg; asceet
bn. ascetisch; monnikachtig

Αγγλικά → Αραβικά - ascetic

προφορά
‏تزهد‏
‏تقشفي، تنسكي، زاهد، متنسك، متقشف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - ascetic

προφορά
(名) 禁欲者, 修道者
(形) 苦己的, 苦行的, 修道的

Αγγλικά → Κινεζικά - ascetic

προφορά
(名) 禁欲者, 修道者
(形) 苦己的, 苦行的, 修道的

Αγγλικά → Χίντι - ascetic

προφορά
n. तपस्वी, तापस, तपस, मुनि, योगी, यति, सिद्ध
a. मुनि के समान, परहेज़ का, संयम का

Αγγλικά → Ιαπωνικά - ascetic

προφορά
(形) 禁欲主義の
(名) 禁欲主義者; 苦行者

Αγγλικά → Κορεατικά - ascetic

προφορά
명. 금욕주의자, 고행자
형. 고행의, 고행자 같은; 지나치게 엄한

Αγγλικά → Βιετναμικά - ascetic

προφορά
a. thuộc về khổ hạnh, khổ tu


dictionary extension
© dictionarist.com