Αγγλικά → Ελληνικά - artless

προφορά
επίθ. άτεχνος, αφελής

Αγγλικά → Αγγλικά - artless

προφορά
adj. natural, unaffected; simple; naive; crude

Αγγλικά → Γαλλικά - artless

προφορά
adj. naturel; sans artifice; simple; ingénu

Αγγλικά → Γερμανικά - artless

προφορά
adj. natürlich; schlicht; arglos

Αγγλικά → Ινδονησιακά - artless

προφορά
a. seni: tanpa seni, keahlian: tanpa keahlian, bersahaja, naif, masih hijau, alamiah, sederhana

Αγγλικά → Ιταλικά - artless

προφορά
agg. semplice, ingenuo; naturale, spontaneo, senza artifici; grezzo, rozzo, incolto, senz'arte

Αγγλικά → Πολωνικά - artless

προφορά
a. naturalny, naiwny, prostoduszny, bezpośredni, nieuczony

Αγγλικά → Πορτογαλικά - artless

προφορά
adj. natural; simples; inocente

Αγγλικά → Ρουμανικά - artless

προφορά
a. simplu, deschis, necomplicat, lipsit de artă, naiv, sincer, ingenuu, greoi, stângaci

Αγγλικά → Ρωσικά - artless

προφορά
прил. простой, безыскусственный, простодушный, бесхитростный, неумелый, неискусный

Αγγλικά → Ισπανικά - artless

προφορά
adj. ingenuo; rústico, ordinario, natural

Αγγλικά → Τουρκικά - artless

προφορά
s. sanatsız, hünersiz; saf; sade, doğal

Αγγλικά → Ουκρανικά - artless

προφορά
a. простий, природний, простодушний, наївний, грубий, невмілий, незграбний, невишуканий, нехитрий

Αγγλικά → Ολλανδικά - artless

προφορά
bn. ongekunsteld; natuurlijk; onschuldig

Αγγλικά → Αραβικά - artless

προφορά
‏غر، جاهل، غير بارع، ساذج، برئ‏

Αγγλικά → Κινεζικά - artless

προφορά
(形) 单纯的, 天真的, 不谙世故的; 拙劣的, 缺乏艺术性的; 自然的, 无虚饰的

Αγγλικά → Κινεζικά - artless

προφορά
(形) 單純的, 天真的, 不諳世故的; 拙劣的, 缺乏藝術性的; 自然的, 無虛飾的

Αγγλικά → Χίντι - artless

προφορά
a. सीधा, अकृत्रिम, भोला, निश्छल, अनाड़ी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - artless

προφορά
(形) 素朴な; 飾らない; 無器用な

Αγγλικά → Κορεατικά - artless

προφορά
형. 꾸밈 없는, 소박한, 비예술적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - artless

προφορά
a. không có mỹ thuật, không khéo, thường, chất phác


dictionary extension
© dictionarist.com