Αγγλικά → Ελληνικά - artifice

προφορά
ουσ. τέχνασμα

Αγγλικά → Αγγλικά - artifice

προφορά
n. trick; deception; expertise
n. art, artifice
n. artificer, artisan; maker, inventor; architect

Αγγλικά → Γαλλικά - artifice

προφορά
n. artifice; ruse; stratagème

Αγγλικά → Γερμανικά - artifice

προφορά
n. List; Geschicklichkeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - artifice

προφορά
n. kelicikan, kecerdasan, kecerdikan, keahlian

Αγγλικά → Ιταλικά - artifice

προφορά
s. abilità, ingegno; artificio, trucco

Αγγλικά → Πολωνικά - artifice

προφορά
n. sztuczka, podstęp, matactwo, fortel, manewr

Αγγλικά → Πορτογαλικά - artifice

προφορά
s. artifício, ardil, estratagema; arte profissional

Αγγλικά → Ρουμανικά - artifice

προφορά
n. artificiu, meşteşug, şmecherie, şiretenie, dibăcie, clenci {fig.}, marafet, tertip

Αγγλικά → Ρωσικά - artifice

προφορά
с. искусная проделка, махинация, ловкость, хитрость, выдумка, умение, изобретение

Αγγλικά → Ισπανικά - artifice

προφορά
s. artificio, ardid, treta, truco; arte, subterfugio

Αγγλικά → Τουρκικά - artifice

προφορά
i. hile; kurnazlık, marifet, beceri, sanat

Αγγλικά → Ουκρανικά - artifice

προφορά
n. винахід, вигадка, хитрість, махінація, вигад, фортель

Γαλλικά → Αγγλικά - artifice

προφορά
(m) n. art, artifice

Αγγλικά → Ολλανδικά - artifice

προφορά
zn. truc, list, foefje

Γαλλικά → Γερμανικά - artifice

προφορά
n. ausflucht, kunstgriff

Γαλλικά → Ιταλικά - artifice

προφορά
(général) artificio (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - artifice

προφορά
(général) artimanha (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - artifice

προφορά
n. мастерство (f), хитрость (f), уловка (f), прием (f), взрыватель (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - artifice

προφορά
(général) artificio (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - artifice

προφορά
[le] düzen, hile; havai fişek

Γαλλικά → Ολλανδικά - artifice

προφορά
(général) middel (n)

Αγγλικά → Αραβικά - artifice

προφορά
‏حيلة، مكر، خداع، براعة، مكيدة، خدعة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - artifice

προφορά
(名) 诡计, 技巧, 巧妙

Αγγλικά → Κινεζικά - artifice

προφορά
(名) 詭計, 技巧, 巧妙

Αγγλικά → Χίντι - artifice

προφορά
n. धूर्तता, चालाकी, युक्ति, साधन

Αγγλικά → Ιαπωνικά - artifice

προφορά
(名) 工夫; 器用さ; 策略

Αγγλικά → Κορεατικά - artifice

προφορά
명. 기술, 교묘한 착상, 기교, 교활

Αγγλικά → Βιετναμικά - artifice

προφορά
n. mưu kế, tài khéo léo, kỳ xảo, ngón gian xảo


dictionary extension
© dictionarist.com