Αγγλικά → Ελληνικά - articulation

προφορά
ουσ. άρθρωσις, συνάρθρωσις, διάρθρωσις, προφορά

Αγγλικά → Αγγλικά - articulation

προφορά
n. enunciation; pronunciation of words; joint
n. articulation, enunciation; speech, utterance; joint; knuckle

Αγγλικά → Γαλλικά - articulation

προφορά
n. articulation; prononciation; expression

Αγγλικά → Γερμανικά - articulation

προφορά
n. Artikulation; Aussprache; Ausdrucksweise

Αγγλικά → Ινδονησιακά - articulation

προφορά
n. artikulasi, pengucapan, sambungan

Αγγλικά → Ιταλικά - articulation

προφορά
s. articolazione (medic.); dizione, corretta pronuncia delle parole

Αγγλικά → Πολωνικά - articulation

προφορά
n. artykulacja, artykułowanie, staw, przegub, członkowanie, członowanie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - articulation

προφορά
s. articulação; expressão; pronúncia, enunciação; junta

Αγγλικά → Ρουμανικά - articulation

προφορά
n. articulaţie, dicţiune, articulare, exprimare, expresie, axă de articulaţie {tehn.}

Αγγλικά → Ρωσικά - articulation

προφορά
с. членораздельное произношение, артикуляция; сочленение, соединение, сустав, шарнир

Αγγλικά → Ισπανικά - articulation

προφορά
s. articulación, unión, conexión; expresión

Αγγλικά → Τουρκικά - articulation

προφορά
i. berrak söyleyiş, temiz ifade, telâffuz, söyleme, eklemleme, bitiştirme, boğum, eklem; mafsal

Αγγλικά → Ουκρανικά - articulation

προφορά
n. артикуляція, вимова: чітка вимова, зчленування, з'єднання, сполучення: спосіб сполучення, суглоб, шарнір

Γαλλικά → Αγγλικά - articulation

προφορά
(f) n. articulation, enunciation; speech, utterance; joint; knuckle

Αγγλικά → Ολλανδικά - articulation

προφορά
zn. duidelijke uitspraak; goede uitspraak; uitspraak; gewricht

Γαλλικά → Γερμανικά - articulation

προφορά
n. artikulation, aussprache, anführung, auferzählung, aufbau: logischer aufbau, gelenk, zusammenspiel, begründung: begründungen

Γαλλικά → Ιταλικά - articulation

προφορά
1. (charpenterie) giunto (m); giunzione (f)
2. (mécanique) articolazione (f)
3. (anatomie) articolazione (f) 4. (prononciation) pronuncia (f); dizione (f); articolazione (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - articulation

προφορά
1. (charpenterie) junta (f)
2. (mécanique) junta (f); articulação (f)
3. (anatomie) articulação (f); junta (f) 4. (prononciation) pronúncia (f); articulação (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - articulation

προφορά
n. сустав (f), сустав пальца (f), шарнир (тех.) (f), сочленение (f), система рычажная (тех.) (f), система рычагов и тяг (тех.) (f), артикуляция (f), произношение (f), дикция (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - articulation

προφορά
1. (charpenterie) junta (f); ensambladura (f)
2. (mécanique) articulación (f)
3. (anatomie) articulación (f); coyuntura (f) 4. (prononciation) pronunciación (f); articulación (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - articulation

προφορά
[la] eklem, oynak; boğumlama

Γαλλικά → Ολλανδικά - articulation

προφορά
1. (charpenterie) verbinding (f); verbindingstuk (n)
2. (mécanique) verbindingsstuk (n)
3. (anatomie) gewricht (n) 4. (prononciation) uitspraak (m/f); articulatie (f)

Αγγλικά → Αραβικά - articulation

προφορά
‏نطق، لفظ، صوت ساكن، الإرتباط بمفاصل، تعبير‏

Αγγλικά → Κινεζικά - articulation

προφορά
(名) 关节, 清晰发音, 接合

Αγγλικά → Κινεζικά - articulation

προφορά
(名) 關節, 清晰發音, 接合

Αγγλικά → Χίντι - articulation

προφορά
n. ग्रंथन, जोड़बंदी, गांठ, स्पष्ट उच्चारण, साफ़ साफ़ बोलना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - articulation

προφορά
(名) 明瞭な発音; 明確な表現; 発音; 調音; 言語音

Αγγλικά → Κορεατικά - articulation

προφορά
명. 유절 발음, 또렷한 발음; 어음, 단어의 표명; 관절, 접합

Αγγλικά → Βιετναμικά - articulation

προφορά
n. khớp xương, cách đọc, cách phát âm, giọng đọc rỏ, nói rỏ ràng, nối khớp xương lại


dictionary extension
© dictionarist.com