Αγγλικά → Ελληνικά - art

προφορά
ουσ. τέχνη

Αγγλικά → Αγγλικά - art

προφορά
n. production and expression of esthetics, creation and expression of representations of beauty (as in painting, music, theater, drawing, sculpting, etc.)
v. archaic form of the verb "to be" (replaced by "are" in modern usage)
n. class, custom, manner, quality, nature, type, sort; (Biology) genus, category in which living organisms are classified

Αγγλικά → Γαλλικά - art

προφορά
n. art; technique; habileté
v. thou art - tu es (forme archaïque)

Αγγλικά → Γερμανικά - art

προφορά
n. Kunst
v. du bist, sie sind

Αγγλικά → Ινδονησιακά - art

προφορά
n. seni, kesenian, tipu daya, tipu muslihat

Αγγλικά → Ιταλικά - art

προφορά
s. arte, opere d'arte, ramo della cultura, abilità, artificio
v. tu sei, voi siete (uso generale)

Αγγλικά → Πολωνικά - art

προφορά
n. sztuka, rzemiosło, kunszt, zręczność, fortel

Αγγλικά → Πορτογαλικά - art

προφορά
s. arte
v. tu és (uso arcaico)

Αγγλικά → Ρουμανικά - art

προφορά
n. artă, meşteşug, îndemânare, meserie, iscusinţă, abilitate, şmecherie, vicleşug

Αγγλικά → Ρωσικά - art

προφορά
с. искусство; мастерство, умение; хитрость; художество

Αγγλικά → Ισπανικά - art

προφορά
s. arte; destreza, maña
v. eres (forma arcaica de la inflexión "are")

Αγγλικά → Τουρκικά - art

προφορά
i. sanat, yaratıcılık, ressamlık, ustalık, hüner, beceri; bilim dalı; kurnazlık, şeytanlık
s. sanat, sanatsal

Αγγλικά → Ουκρανικά - art

προφορά
n. мистецтво, творчість, уміння, знання, майстерність, лукавство, артизм

Γαλλικά → Αγγλικά - art

προφορά
(m) n. art, craft; artifice, wry

Γερμανικά → Αγγλικά - art

προφορά
(are) v. archaic form of the verb "to be" (replaced by "are" in modern usage)

Τουρκικά → Αγγλικά - art

προφορά
n. production and expression of esthetics, creation and expression of representations of beauty (as in painting, music, theater, drawing, sculpting, etc.)
v. archaic form of the verb "to be" (replaced by "are" in modern usage)
n. class, custom, manner, quality, nature, type, sort; (Biology) genus, category in which living organisms are classified

Αγγλικά → Ολλανδικά - art

προφορά
zn. kunst
ww. U bent (in de oude of bijbelse taal)

Γαλλικά → Γερμανικά - art

προφορά
n. kunst

Γαλλικά → Ιταλικά - art

προφορά
(général) arte (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - art

προφορά
(général) arte (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - art

προφορά
n. искусство (m), умение (m), мастерство (m), дело (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - art

προφορά
(général) arte (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - art

προφορά
[le] sanat; zanaat; ustalık, hüner, marifet

Γερμανικά → Γαλλικά - art

προφορά
n. sorte (f), façon (f), essence (f), manière (f), espèce (f), nature (f), genre (m), style (m), mode (m), ordre (m), moyen (m), façon: façons (pl), manière: manières (pl)

Γερμανικά → Ιταλικά - art

προφορά
n. maniera (f), natura (f), condotta (f), sorta (f), specie (f), foggia (f), guisa (f), forma (f), modalità (f), modo (m), carattere (m), tipo (m), genere (m), tenore (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - art

προφορά
n. вид (f), род (f), сорт (f), порода (f), способ (f), метод (f), образ (f), манера (f), лад (f), фасон (f), жанр (f), пошиб (f), повадка (f), характер (f)

Γερμανικά → Ισπανικά - art

προφορά
n. género (m), clase (f), especie (f), ralea (f), calibre (m), casta (f), jaez (m), suerte (f), modo (m), manera (f), naturaleza (f), índole (m), calidad (f)

Γερμανικά → Τουρκικά - art

προφορά
i. nitelik (f), biçim (f), davranış (f), benzer (f), çeşit (f)

Τουρκικά → Γαλλικά - art

προφορά
[le] sanat; zanaat; ustalık, hüner, marifet

Τουρκικά → Γερμανικά - art

προφορά
adj. achter

Τουρκικά → Ρωσικά - art

προφορά
n. зад (M)
adj. задний

Γαλλικά → Ολλανδικά - art

προφορά
(général) kunst (f)

Γερμανικά → Ολλανδικά - art

προφορά
aard ,manier ,slag ,soort ,trant ,art

Αγγλικά → Αραβικά - art

προφορά
‏فن، طريقة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - art

προφορά
(名) 艺术, 技术, 巧妙

Αγγλικά → Κινεζικά - art

προφορά
(名) 藝術, 技術, 巧妙

Αγγλικά → Χίντι - art

προφορά
n. कला, कौशल, चातुरी
a. कला-संबंधी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - art

προφορά
(名) 芸術(絵画, 音楽, 劇, 製図, 彫刻など); 技術; こつ

Αγγλικά → Κορεατικά - art

προφορά
명. 예술

Αγγλικά → Βιετναμικά - art

προφορά
n. nghệ thuật, kỷ thuật, mỹ thuật

Γερμανικά → Κινεζικά - art

προφορά
[die] pl.Arten 类型。种类。方式。方法。风格。行为。举止。习惯。(生物)属。


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: arting
Present: art (3.person: arts)
Past: arted
Future: will art
Present conditional: would art
Present Perfect: have arted (3.person: has arted)
Past Perfect: had arted
Future Perfect: will have arted
Past conditional: would have arted
© dictionarist.com