Πορτογαλικά → Αγγλικά - arqueado

προφορά
adj. arched, arc, bent

Ισπανικά → Αγγλικά - arqueado

προφορά
adj. arcuate; cambial, of or pertaining to a cambium (Botany)

Πορτογαλικά → Γαλλικά - arqueado

προφορά
1. (geral) bordé d'arcades
2. (curvado) courbé; courbe; cintré; convexe; fléchi
3. (arcado) voûté; cintré; arqué; busqué; cambré; courbé

Ισπανικά → Γαλλικά - arqueado

προφορά
(en forma de arco) voûté; cintré; arqué; busqué; cambré; courbé

Ισπανικά → Γερμανικά - arqueado

προφορά
a. gewölbt, bogenförmig, gebogen, geschweift, krumm


© dictionarist.com