Πορτογαλικά → Αγγλικά - apto

προφορά
adj. apt, fit, apposite, sufficient

Ισπανικά → Αγγλικά - apto

προφορά
adj. suitable, fitting; adequate; competent

Ισπανικά → Γαλλικά - apto

προφορά
1. (meta) approprié; convenable; seyant; juste; propre; comme il faut
2. (apropiado) juste; approprié; pertinent

Ισπανικά → Γερμανικά - apto

προφορά
a. fähig, befähigt, tüchtig, qualifiziert, geeignet, tauglich

Ισπανικά → Ρωσικά - apto

προφορά
adj. способный, компетентный

Ισπανικά → Κορεατικά - apto

προφορά
adj. 적당한, 능력이 있는


dictionary extension
© dictionarist.com