Αγγλικά → Ελληνικά - apt

προφορά
επίθ. κατάλληλος, επιρρεπής, ικανός

Αγγλικά → Αγγλικά - apt

προφορά
adj. suitable, appropriate; able to learn quickly, intelligent

Αγγλικά → Γαλλικά - apt

προφορά
adj. apte; qui a des dispositions pour

Αγγλικά → Γερμανικά - apt

προφορά
adj. passend; schnell begreifend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - apt

προφορά
a. tepat, cocok, sesuai, kena: yg kena, tangkas, cerdas, cekatan, mengerti: yg cepat mengerti, memahami: yg cepat memahami, mengerti: yg lekas mengerti, suka: yg suka, cenderung, condong, mungkin, mudah

Αγγλικά → Ιταλικά - apt

προφορά
agg. soggetto, portato, che ha tendenza; propenso, proclive; adatto, appropriato; sveglio, pronto, intelligente

Αγγλικά → Πολωνικά - apt

προφορά
a. trafny, dobrze dobrany, słuszny, skłonny, zdolny, łatwo ulegający czemuś, nadający się

Αγγλικά → Πορτογαλικά - apt

προφορά
adj. capaz; competente; apropriado

Αγγλικά → Ρουμανικά - apt

προφορά
a. potrivit, vrednic, nimerit, stare: în stare să, abil, iscusit, competent, reuşit

Αγγλικά → Ρωσικά - apt

προφορά
прил. подходящий, уместный, соответствующий, склонный, способный, подверженный, вероятный, возможный

Αγγλικά → Ισπανικά - apt

προφορά
adj. apropiado, adecuado, aparejado, apto, capaz, competente; dotado; atinado; propenso, con tendencia, proclive; acertado, conveniente

Αγγλικά → Τουρκικά - apt

προφορά
s. uygun, yerinde, eğilimli, eğimli, zeki

Αγγλικά → Ουκρανικά - apt

προφορά
a. підхожий, придатний, доречний, схильний, здібний, сприйнятливий, виразний, емоційний, імовірний, можливий, зручний

Ρουμανικά → Αγγλικά - apt

a. able, capable, able-bodied
a. effective

Αγγλικά → Ολλανδικά - apt

προφορά
bn. geneigd; passend; vlug

Αγγλικά → Αραβικά - apt

προφορά
‏مناسب، ميال، حرى، ملائم، شديد الذكاء، عرضة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - apt

προφορά
(形) 有...倾向的, 易于...的

Αγγλικά → Κινεζικά - apt

προφορά
(形) 有...傾向的, 易於...的

Αγγλικά → Χίντι - apt

προφορά
a. उपयुक्त, उचित, संगत, योग्य, तत्पर, उद्यत, मुंहतोड़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - apt

προφορά
(形) しがちな; しそうな; 利発な; ふさわしい

Αγγλικά → Κορεατικά - apt

προφορά
형. 적절한; 재기있는, 총기있는

Αγγλικά → Βιετναμικά - apt

προφορά
a. chử đúng, lời thích nghi, có tư cách, sáng trí, có tài

Γερμανικά → Κινεζικά - apt

προφορά
套利定价理论。


dictionary extension
© dictionarist.com