Αγγλικά → Ελληνικά - approved

προφορά
[approve] ρήμ. επιδοκιμάζω, εγκρίνω

Αγγλικά → Αγγλικά - approved

προφορά
adj. confirmed, endorsed, certified, authorized

Αγγλικά → Γαλλικά - approved

προφορά
adj. approuvé, confirmé, attesté

Αγγλικά → Γερμανικά - approved

προφορά
[approve] v. billigen, zustimmen
adj. genehmigt, bewährt

Αγγλικά → Ινδονησιακά - approved

προφορά
a. diakui: yg diakui

Αγγλικά → Ιταλικά - approved

προφορά
agg. approvato

Αγγλικά → Πολωνικά - approved

προφορά
a. zatwierdzony, uznany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - approved

προφορά
adj. aprovado

Αγγλικά → Ρουμανικά - approved

προφορά
a. aprobat, ratificat, oficial, ortodox

Αγγλικά → Ρωσικά - approved

προφορά
прил. одобренный, испытанный, апробированный

Αγγλικά → Ισπανικά - approved

προφορά
adj. aprobado, acogido, admitido

Αγγλικά → Τουρκικά - approved

προφορά
s. denenmiş, vefalı, vefakâr, onaylı, izinli

Αγγλικά → Ουκρανικά - approved

προφορά
a. схвалений, затверджений, санкціонований, перевірений, випробуваний, одобрений

Αγγλικά → Ολλανδικά - approved

προφορά
bn. goedgekeurd

Αγγλικά → Αραβικά - approved

προφορά
‏مستحسن، موافق عليه، مصدق عليه، مبرم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - approved

προφορά
(形) 被认可的; 经过检验的; 众所公认的

Αγγλικά → Κινεζικά - approved

προφορά
(形) 被認可的; 經過檢驗的; 眾所公認的

Αγγλικά → Χίντι - approved

προφορά
a. अनुमोदित, स्वीकृत

Αγγλικά → Ιαπωνικά - approved

προφορά
(形) 是認された; 立証済みの
(動) 賛同する; 承認する

Αγγλικά → Κορεατικά - approved

προφορά
형. 인가된

Αγγλικά → Βιετναμικά - approved

προφορά
a. tán thành, thừa nhận


dictionary extension
© dictionarist.com