Αγγλικά → Ελληνικά - apportion

προφορά
ρήμ. διανέμω αναλογώς

Αγγλικά → Αγγλικά - apportion

προφορά
v. allocate, allot; divide, distribute

Αγγλικά → Γαλλικά - apportion

προφορά
v. allouer; répartir

Αγγλικά → Γερμανικά - apportion

προφορά
v. aufteilen, einteilen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - apportion

προφορά
v. membagikan, membagikan di antara, membagi secara adil, memberi bagian

Αγγλικά → Ιταλικά - apportion

προφορά
v. dividere, spartire, distribuire, fare le parti

Αγγλικά → Πολωνικά - apportion

προφορά
v. wyznaczać, rozkładać, podzielić, nadzielić, wyznaczyć, rozłożyć, nadzielać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - apportion

προφορά
v. partilhar, repartir; distribuir

Αγγλικά → Ρουμανικά - apportion

προφορά
v. împărţi, distribui, repartiza, aloca

Αγγλικά → Ρωσικά - apportion

προφορά
г. распределять, разделять, делить, оделить

Αγγλικά → Ισπανικά - apportion

προφορά
v. prorratear, distribuir, hacer repartición de, repartir, repartir a partes iguales, repartir proporcionalmente; asignar, dedicar

Αγγλικά → Τουρκικά - apportion

προφορά
f. paylaştırmak, bölüştürmek, pay etmek

Αγγλικά → Ουκρανικά - apportion

προφορά
v. розподіляти, виділяти, видавати, відводити, розміряти, вділити, вділяти, розкладати

Αγγλικά → Ολλανδικά - apportion

προφορά
ww. toebedelen; verdelen

Αγγλικά → Αραβικά - apportion

προφορά
‏قسم، وزع، خص، فرق‏

Αγγλικά → Κινεζικά - apportion

προφορά
(动) 分摊, 分派, 分配

Αγγλικά → Κινεζικά - apportion

προφορά
(動) 分攤, 分派, 分配

Αγγλικά → Χίντι - apportion

προφορά
v. भाग करना, बांटना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - apportion

προφορά
(動) 割り当てる; 分配する

Αγγλικά → Κορεατικά - apportion

προφορά
동. 배분하다, 배당하다; 나누다

Αγγλικά → Βιετναμικά - apportion

προφορά
v. chia, chia ra từng khoản


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: apportioning
Present: apportion (3.person: apportions)
Past: apportioned
Future: will apportion
Present conditional: would apportion
Present Perfect: have apportioned (3.person: has apportioned)
Past Perfect: had apportioned
Future Perfect: will have apportioned
Past conditional: would have apportioned
© dictionarist.com