Αγγλικά → Ελληνικά - appointment

προφορά
ουσ. διορισμός, συνέντευξη, ραντεβού

Αγγλικά → Αγγλικά - appointment

προφορά
n. meeting arranged in advance, date; interview; nomination, designation, naming; appointing a person for an office or position; position or office to which a person has been appointed; appointee, one who has been chosen, chosen official; equipment, furnishings;

Αγγλικά → Γαλλικά - appointment

προφορά
n. rendez-vous, entrevue; nomination

Αγγλικά → Γερμανικά - appointment

προφορά
n. Treffen; Interview; Kandidatur; Interview; Nominierung; Nennung; eine Person in ein Amt ernennen; Amt in das eine Person ernannt wurde; ernannte Person; erwählte Person; Ausrüstung; Möbel

Αγγλικά → Ινδονησιακά - appointment

προφορά
n. pengangkatan, penunjukan, petunjukan, penetapan, benuman, pekerjaan, jabatan, janji, asprak, kencan

Αγγλικά → Ιταλικά - appointment

προφορά
s. nomina; carica, ufficio, posto; appuntamento

Αγγλικά → Πολωνικά - appointment

προφορά
n. umówiony termin, spotkanie, umówienie, randka, ustanowienie, mianowanie na stanowisko, wybór, powołanie, stanowisko, schadzka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - appointment

προφορά
s. nomeação; indicação; convênio; encontro marcado

Αγγλικά → Ρουμανικά - appointment

προφορά
n. anunţare, întâlnire, numire, post, funcţie, utilaj, echipament

Αγγλικά → Ρωσικά - appointment

προφορά
с. назначение, должность, пост; место, свидание, встреча, условленная встреча, прием; обстановка, оборудование

Αγγλικά → Ισπανικά - appointment

προφορά
s. cita, compromiso, entrevista; nombramiento, designación, nominación; puesto, cargo; citación, convocación, convocatoria

Αγγλικά → Τουρκικά - appointment

προφορά
i. randevu, buluşma, atama, tayin, iş, görev

Αγγλικά → Ουκρανικά - appointment

προφορά
n. призначення, посада, місце, присвоєння звання, зустріч, побачення, розпорядження

Αγγλικά → Ολλανδικά - appointment

προφορά
zn. afspraak;benoeming; ambt

Αγγλικά → Αραβικά - appointment

προφορά
‏موعد، لقاء، توظيف، منصب، تجهيزات، تقليد‏

Αγγλικά → Κινεζικά - appointment

προφορά
(名) 约会; 委派, 任命; 约定; 职位, 官职

Αγγλικά → Κινεζικά - appointment

προφορά
(名) 約會; 委派, 任命; 約定; 職位, 官職

Αγγλικά → Χίντι - appointment

προφορά
n. नियुक्ति, नियोग, समयादेश, नौकरी

Αγγλικά → Ιαπωνικά - appointment

προφορά
(名) 約束; 面会; 任命; 官職

Αγγλικά → Κορεατικά - appointment

προφορά
명. 약속; 인터뷰, 면담; 임명

Αγγλικά → Βιετναμικά - appointment

προφορά
n. sự hẹn, giấy mời, giấy triệu tập, sắc lịnh, sự bổ nhiệm


© dictionarist.com