Αγγλικά → Ελληνικά - appetizing

προφορά
επίθ. ορεκτικός

Αγγλικά → Αγγλικά - appetizing

προφορά
adj. arousing the appetite; stimulating

Αγγλικά → Γαλλικά - appetizing

προφορά
adj. appétissant, alléchant

Αγγλικά → Γερμανικά - appetizing

προφορά
adj. appetitlich; anregend

Αγγλικά → Ινδονησιακά - appetizing

προφορά
a. sedap, gurih, selera: yg merangsang selera, selera: yg menimbulkan selera, berselera

Αγγλικά → Ιταλικά - appetizing

προφορά
agg. appetitoso, stuzzicante; (fig) allettante, invitante

Αγγλικά → Πολωνικά - appetizing

προφορά
a. apetyczny, smakowity

Αγγλικά → Πορτογαλικά - appetizing

προφορά
adj. apetitoso; estimulante, atraente

Αγγλικά → Ρουμανικά - appetizing

προφορά
a. gustos, apetisant

Αγγλικά → Ρωσικά - appetizing

προφορά
прил. аппетитный, вкусный, вызывающий аппетит, привлекательный

Αγγλικά → Ισπανικά - appetizing

προφορά
adj. apetitoso, aperitivo, apetitivo

Αγγλικά → Τουρκικά - appetizing

προφορά
s. iştah açıcı, istek uyandıran

Αγγλικά → Ουκρανικά - appetizing

προφορά
a. апетитний, смачний, привабливий

Αγγλικά → Ολλανδικά - appetizing

προφορά
bn. eetlust verwekkend; aantrekkelijk

Αγγλικά → Αραβικά - appetizing

προφορά
‏مثير للشهية، فاتح للشهية‏

Αγγλικά → Κινεζικά - appetizing

προφορά
(形) 开胃的, 促进食欲的

Αγγλικά → Κινεζικά - appetizing

προφορά
(形) 開胃的, 促進食欲的

Αγγλικά → Χίντι - appetizing

προφορά
a. मेज़ेदार, स्वादयुक्त, रुचिवर्द्धक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - appetizing

προφορά
(形) 食欲をそそる

Αγγλικά → Κορεατικά - appetizing

προφορά
형. 식욕을 돋우는; 자극하는

Αγγλικά → Βιετναμικά - appetizing

προφορά
a. làm cho thèm, gợi tình


dictionary extension
© dictionarist.com