Πορτογαλικά → Αγγλικά - apoderar

προφορά
v. to take possession, take hold of

Ισπανικά → Αγγλικά - apoderar

προφορά
v. authorize, empower

Ισπανικά → Γαλλικά - apoderar

προφορά
(permiso) donner pouvoir à; autoriser; habiliter

Ισπανικά → Γερμανικά - apoderar

προφορά
v. bevollmächtigen, beauftragen

Ισπανικά → Ρωσικά - apoderar

προφορά
v. уполномочивать

Ισπανικά → Κορεατικά - apoderar

προφορά
v. 권위를 부여하다


dictionary extension
© dictionarist.com