Αγγλικά → Ελληνικά - animal

προφορά
ουσ. τετράποδο, ζώο
επίθ. ζωικός, ζωώδης

Αγγλικά → Αγγλικά - animal

προφορά
n. beast; living organism which is neither plant nor human
adj. of beasts, of animals; earthly, corporeal; carnal, fleshy
adj. animal; brutish

Αγγλικά → Γαλλικά - animal

προφορά
n. animal
adj. animal; charnel

Αγγλικά → Γερμανικά - animal

προφορά
n. Tier, Lebewesen
adj. tierhaft, animalisch; fleischig

Αγγλικά → Ινδονησιακά - animal

προφορά
n. binatang, hewan
a. berahi

Αγγλικά → Ιταλικά - animal

προφορά
s. animale; bestia, bruto; animalità; (fam, scherz) cosa
agg. animale; (fig) fisico; sensuale

Αγγλικά → Πολωνικά - animal

προφορά
n. zwierzę, bydlę, stworzenie
a. zwierzęcy, bydlęcy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - animal

προφορά
s. animal; bicho
adj. animal; material; carnívoro

Αγγλικά → Ρουμανικά - animal

προφορά
n. animal, dobitoc, jivină, lighioană
a. animal, animalic, animalier

Αγγλικά → Ρωσικά - animal

προφορά
с. животное, зверь, скотина
прил. животный, анимальный, скотский, звериный

Αγγλικά → Ισπανικά - animal

προφορά
s. animal, bestia, res
adj. animal, bruto

Αγγλικά → Τουρκικά - animal

προφορά
i. hayvan
s. hayvansal, hayvanlarla ilgili

Αγγλικά → Ουκρανικά - animal

προφορά
n. тварина, звір
a. тваринний, тваринницький, животний

Γαλλικά → Αγγλικά - animal

προφορά
adj. animal; brutish

Πορτογαλικά → Αγγλικά - animal

προφορά
adj. animal, beast

Ρουμανικά → Αγγλικά - animal

n. animal, beast, brute
a. animal

Ισπανικά → Αγγλικά - animal

προφορά
adj. animal

Αγγλικά → Ολλανδικά - animal

προφορά
zn. dier; beest
bn. dierlijk, dieren-

Γαλλικά → Γερμανικά - animal

προφορά
n. tier
adj. tier-, tierisch

Γαλλικά → Ιταλικά - animal

προφορά
1. (général) animale
2. (conduite) animale; bestiale; animalesco; brutale; maialesco
3. (général) animale (m) 4. (conduite - homme) barbaro (m); selvaggio (m); bruto (m); animale (m); bestia (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - animal

προφορά
1. (général) animal
2. (conduite) brutal; bruto; selvagem; grosseiro; porco; sujo
3. (général) animal (m) 4. (conduite - homme) bárbaro (m); grosso (m); selvagem (m); animal (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - animal

προφορά
n. животное (m)
a. животный, звериный

Γαλλικά → Ισπανικά - animal

προφορά
1. (général) animal
2. (conduite) bruto; bestial; salvaje; cruel; glotón; cochino
3. (général) animal (m) 4. (conduite - homme) bárbaro (m); salvaje (m); bestia (f); fiera (f); animal (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - animal

προφορά
hayvani; hayvan

Γερμανικά → Τουρκικά - animal

προφορά
s. hayvan gibi, canlı, dürtüsel

Πορτογαλικά → Γαλλικά - animal

προφορά
1. (geral) animal
2. (geral) animal (m); bête (f)
3. (comportamento - homem) barbare (m); brute (f); sauvage (m); animal (m); bête (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - animal

προφορά
n. tier, kamel, rindvieh, miststück, mistvieh
a. tierisch, animalisch

Ισπανικά → Ρωσικά - animal

προφορά
n. животное,
adj. животный

Τουρκικά → Ρωσικά - animal

adj. анимальный

Γαλλικά → Ολλανδικά - animal

προφορά
1. (général) dierlijk; dier-; dieren-
2. (conduite) dierlijk; grof; bot; beestachtig
3. (général) dier (n); beest (n) 4. (conduite - homme) barbaar (m); bruut (m); woesteling (m); schoft (m); beest (n)

Αγγλικά → Αραβικά - animal

προφορά
‏حيوان، عجماء، بهيمة، جسد شهواني‏
‏حيواني، بهيمي‏

Αγγλικά → Κινεζικά - animal

προφορά
(名) 动物; 牲畜; 兽; 畜牲般的人
(形) 动物的; 肉体的; 兽类的; 肉欲的

Αγγλικά → Κινεζικά - animal

προφορά
(名) 動物; 牲畜; 獸; 畜牲般的人
(形) 動物的; 肉體的; 獸類的; 肉欲的

Αγγλικά → Χίντι - animal

προφορά
n. जन्तु, प्राणी, पशु, जीवधारी, जीव
a. प्राणिर्संबन्धी, पाशविक, कामुक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - animal

προφορά
(名) 動物; 獣
(形) 動物の; 動物性の

Αγγλικά → Κορεατικά - animal

προφορά
명. 동물, 짐승
형. 동물의, 동물적인; 지상의; 육욕적인

Αγγλικά → Βιετναμικά - animal

προφορά
n. loài vật, thú vật, động vật

Ισπανικά → Κορεατικά - animal

προφορά
n. 동물
adj. 동물의


dictionary extension
© dictionarist.com