Γερμανικά → Αγγλικά - angesehen

προφορά
adj. notable, honorable; famous; important

Γερμανικά → Γαλλικά - angesehen

προφορά
adj. estimé, noble, considéré, renom: de renom, renommé

Γερμανικά → Ιταλικά - angesehen

προφορά
adj. apprezzato, considerato, stimato

Γερμανικά → Ρωσικά - angesehen

προφορά
adj. уважаемый, авторитетный, почтенный, знатный

Γερμανικά → Ισπανικά - angesehen

προφορά
adj. respetado, considerado, estimado, acreditado, apreciado, prestigioso, relieve: de relieve, valido, viso: de viso

Γερμανικά → Τουρκικά - angesehen

προφορά
s. hatırlı, saygın, celil

Γερμανικά → Ολλανδικά - angesehen

προφορά
aanzienlijk ,gezien ,aangekeken ,bekeken ,beschouwd

Γερμανικά → Κινεζικά - angesehen

προφορά
adj. 有声誉的。德高望重的。受到尊敬的。可敬的。


© dictionarist.com