Αγγλικά → Ελληνικά - analysis

προφορά
ουσ. ψυχανάλυση, ανάλυση

Αγγλικά → Αγγλικά - analysis

προφορά
n. process of breaking down a subject and studying it; examination
n. analyst, examiner, one who analyzes

Αγγλικά → Γαλλικά - analysis

προφορά
n. analyse (d'un objet ou d'un phénomène; examen; (psych)analyse, examination

Αγγλικά → Γερμανικά - analysis

προφορά
n. Untersuchung eines Objekts oder einer Erscheinung; Analyse

Αγγλικά → Ινδονησιακά - analysis

προφορά
n. uraian, analisa, pemisahan, kupasan, beberan, ulasan, pemeriksaan teliti

Αγγλικά → Ιταλικά - analysis

προφορά
s. analisi, studio, indagine, esame

Αγγλικά → Πολωνικά - analysis

προφορά
n. analiza, badanie, psychoanaliza, rozbiór

Αγγλικά → Πορτογαλικά - analysis

προφορά
s. análise; operação (cirurgia); exame

Αγγλικά → Ρουμανικά - analysis

προφορά
n. analiză, studiere, analizare, cercetare, observaţie

Αγγλικά → Ρωσικά - analysis

προφορά
с. анализ, исследование, разбор, проба, психоанализ, разложение

Αγγλικά → Ισπανικά - analysis

προφορά
s. análisis, inspección; desglose, detalle completo

Αγγλικά → Τουρκικά - analysis

προφορά
i. analiz, tahlil, inceleme, çözümleme

Αγγλικά → Ουκρανικά - analysis

προφορά
n. аналіз, дослідження, докладний розгляд, розбір, розклад, проба, психоаналіз, аналітичний метод, алгебраїчний аналіз

Γερμανικά → Αγγλικά - analysis

προφορά
n. process of breaking down a subject and studying it; examination

Αγγλικά → Ολλανδικά - analysis

προφορά
zn. analyse (van onderwerp of verschijnsel); onderzoek

Αγγλικά → Αραβικά - analysis

προφορά
‏إعراب، تحليل‏

Αγγλικά → Κινεζικά - analysis

προφορά
(名) 分析; 解析; 分解; 精神分析

Αγγλικά → Κινεζικά - analysis

προφορά
(名) 分析; 解析; 分解; 精神分析

Αγγλικά → Χίντι - analysis

προφορά
n. विश्लेषण, छान-बीन, वाक्य-विग्रह

Αγγλικά → Ιαπωνικά - analysis

προφορά
(名) 分析; 分析結果; 精神分析

Αγγλικά → Κορεατικά - analysis

προφορά
명. 분석, 분해; 분석적 검토, 해석, 해부

Αγγλικά → Βιετναμικά - analysis

προφορά
n. phép phân tích, phép phân tách, nghiên cứu, phân giải

Γερμανικά → Κινεζικά - analysis

προφορά
[die]分析。解析。分析者。分析家。


dictionary extension
© dictionarist.com