Αγγλικά → Ελληνικά - amulet

προφορά
ουσ. φυλακτό, χαϊμαλί

Αγγλικά → Αγγλικά - amulet

προφορά
n. small trinket worn as charm against evil eye
n. amulet, talisman, charm, small trinket worn as charm against evil eye

Αγγλικά → Γαλλικά - amulet

προφορά
n. amulette

Αγγλικά → Γερμανικά - amulet

προφορά
n. Amulett

Αγγλικά → Ινδονησιακά - amulet

προφορά
n. azimat, jimat, tangkal

Αγγλικά → Ιταλικά - amulet

προφορά
s. amuleto

Αγγλικά → Πολωνικά - amulet

προφορά
n. amulet

Αγγλικά → Πορτογαλικά - amulet

προφορά
s. amuleto

Αγγλικά → Ρουμανικά - amulet

προφορά
n. amuletă, mascotă, talisman

Αγγλικά → Ρωσικά - amulet

προφορά
с. амулет, талисман

Αγγλικά → Ισπανικά - amulet

προφορά
s. amuleto, collarino, dije, fetiche, sortilegio, talismán

Αγγλικά → Τουρκικά - amulet

προφορά
i. nazarlık, nazar boncuğu; tılsım, muska

Αγγλικά → Ουκρανικά - amulet

προφορά
n. амулет, талісман

Πολωνικά → Αγγλικά - amulet

n. amulet, talisman, charm

Ολλανδικά → Αγγλικά - amulet

προφορά
n. amulet, talisman, charm, small trinket worn as charm against evil eye

Αγγλικά → Ολλανδικά - amulet

προφορά
zn. amulet, talisman

Ολλανδικά → Γαλλικά - amulet

προφορά
1. (algemeen) amulette (f); talisman (m); fétiche (m)
2. (bijgeloof) fétiche (m); amulette (f)

Αγγλικά → Αραβικά - amulet

προφορά
‏تعويذة، حجاب، تميمه‏

Αγγλικά → Κινεζικά - amulet

προφορά
(名) 护身符

Αγγλικά → Κινεζικά - amulet

προφορά
(名) 護身符

Αγγλικά → Χίντι - amulet

προφορά
n. ताबीज़

Αγγλικά → Ιαπωνικά - amulet

προφορά
(名) お守り

Αγγλικά → Κορεατικά - amulet

προφορά
명. 호부, 부적

Αγγλικά → Βιετναμικά - amulet

προφορά
n. bùa


© dictionarist.com