Πορτογαλικά → Αγγλικά - amparo

προφορά
(m) n. support, aid, sustenance; fostering

Ισπανικά → Αγγλικά - amparo

προφορά
[amparo (m)] n. help; favor; protection; shelter

Ισπανικά → Γαλλικά - amparo

προφορά
1. (protección) abri (m); couvert (m); refuge (m); lieu de refuge
2. (derecho) plaidoyer (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - amparo

προφορά
n. schutz, hilfe

Ισπανικά → Ρωσικά - amparo

προφορά
n. покровительство, пристанище

Ισπανικά → Κορεατικά - amparo

προφορά
n. 보호, 피난처


© dictionarist.com