Αγγλικά → Ελληνικά - alto

προφορά
ουσ. κοντράλτο

Αγγλικά → Αγγλικά - alto

προφορά
n. (Music) lowest female voice, contralto; highest male voice, countertenor; singer with an alto voice; piece of music written for an alto voice
adj. alto
n. alto (Music); viola; lowest female voice, highest male voice

Αγγλικά → Γαλλικά - alto

προφορά
n. alto, voix alto (musique)

Αγγλικά → Γερμανικά - alto

προφορά
n. Alt (Stimmlage in der Musik)

Αγγλικά → Ινδονησιακά - alto

προφορά
n. penyanyi alto, nada suara wanita yg terendah

Αγγλικά → Ιταλικά - alto

προφορά
s. (Mus) contralto; falsetto; spartito per contralto; flicorno

Αγγλικά → Πολωνικά - alto

προφορά
n. alt, altówka
a. altowy

Αγγλικά → Πορτογαλικά - alto

προφορά
s. alto, tom ou som alto (Música )

Αγγλικά → Ρουμανικά - alto

προφορά
n. alto {muz.}, contralto {muz.}, violă

Αγγλικά → Ρωσικά - alto

προφορά
с. альт, контральто

Αγγλικά → Ισπανικά - alto

προφορά
s. contralto, mezzo-soprano

Αγγλικά → Τουρκικά - alto

προφορά
i. alto, en kalın kadın sesi, alto sesli sanatçı

Αγγλικά → Ουκρανικά - alto

προφορά
n. альт, контральто
a. контральто

Γαλλικά → Αγγλικά - alto

προφορά
adj. alto

Ιταλικά → Αγγλικά - alto

προφορά
adj. high; overhead; tall; loud; deep; lofty, noble

Πορτογαλικά → Αγγλικά - alto

προφορά
adj. high, tall, rangy, altisonant, elevated

Ρουμανικά → Αγγλικά - alto

n. alto
a. alt

Ισπανικά → Αγγλικά - alto

προφορά
interj. halt

Τουρκικά → Αγγλικά - alto

προφορά
n. (Music) lowest female voice, contralto; highest male voice, countertenor; singer with an alto voice; piece of music written for an alto voice
adj. alto
n. alto (Music); viola; lowest female voice, highest male voice

Αγγλικά → Ολλανδικά - alto

προφορά
zn. alt (muziek)

Γαλλικά → Γερμανικά - alto

προφορά
n. bratsche, altstimme, alt, altist

Γαλλικά → Ιταλικά - alto

προφορά
(musique - instruments) viola (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - alto

προφορά
(musique - instruments) viola (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - alto

προφορά
n. контральто (m), альт (муз. инструмент) (m)

Γαλλικά → Ισπανικά - alto

προφορά
(musique - instruments) viola (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - alto

προφορά
[le] [la] alto

Ιταλικά → Γαλλικά - alto

προφορά
1. (generale) haut 2. (prezzi) élevé 3. (dimensione) élevé
4. (suono) fort; haut 5. (oggetti) haut
6. (persona) grand 7. (generale) haut

Ιταλικά → Γερμανικά - alto

προφορά
adj. hoch, groß, lang, laut, lautstark, ober-, edel, weitgesteckt, großgewachsen
adv. oben

Πορτογαλικά → Γαλλικά - alto

προφορά
1. (geral) haut 2. (narcóticos) drogué 3. (preços) élevé
4. (tamanho) élevé 5. (bebidas alcoólicas) gris; éméché {informal}; pompette {informal} 6. (som) fort; haut
7. (objetos) haut 8. (pessoa) grand; grêle; chétif

Ισπανικά → Γαλλικά - alto

προφορά
1. (general) haut 2. (objetos) haut
3. (movimiento) arrêt (m) 4. (general) haut
5. (interjección) halte; stop 6. (voz) bruyant; sonore

Ισπανικά → Γερμανικά - alto

προφορά
n. höhe, halt, rast, pause
a. hoch, hochgelegen, groß, lang, ober, laut, hochstämmig

Ισπανικά → Ρωσικά - alto

προφορά
n. остановка,
adj. высокий, возвышенный, громкий

Τουρκικά → Γαλλικά - alto

προφορά
[le] [la] alto

Τουρκικά → Γερμανικά - alto

προφορά
n. Alt, Bratsche

Τουρκικά → Ρωσικά - alto

προφορά
n. альт (M)

Γαλλικά → Ολλανδικά - alto

προφορά
(musique - instruments) altviool (m/f); alt (m/f)

Αγγλικά → Αραβικά - alto

προφορά
‏الألتو أعلى الأصوات فى الغناء للرجال، كمان أوسط، المغنية بأخفض الأصوات‏
‏ألتووى منسوب إلى الألتو

Αγγλικά → Κινεζικά - alto

προφορά
(名) 次高音; 次高音歌手; 女低音

Αγγλικά → Κινεζικά - alto

προφορά
(名) 次高音; 次高音歌手; 女低音

Αγγλικά → Χίντι - alto

προφορά
n. गायन में सब से ऊंचा अलाप

Αγγλικά → Ιαπωνικά - alto

προφορά
(名) (音楽)アルト; アルト歌手

Αγγλικά → Κορεατικά - alto

προφορά
명. 알토, 중고음, 알토 가수, 알토 악기, 높은 말의 뜻, 고도이라는 말의 뜻

Αγγλικά → Βιετναμικά - alto

προφορά
n. thứ đờn cầm, giọng hát cao thấp

Ισπανικά → Κορεατικά - alto

προφορά
n. 정지, 알토
adj. 키가 큰, 높은, 소리높은
adv. 높은 소리로


dictionary extension
© dictionarist.com