Αγγλικά → Ελληνικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] ρήμ. κατατάσσω αλφαβητικώς

Αγγλικά → Αγγλικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] v. arrange according to alphabetical order (also alphabetise)

Αγγλικά → Γαλλικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] v. arranger selon l'ordre alphabétique

Αγγλικά → Γερμανικά - alphabetize

προφορά
Amer.) ] v. alphabetisieren, nach alphabetischer Reihenfolge ordnen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - alphabetize

προφορά
v. mengabjadkan, menyusun menurut abjad

Αγγλικά → Ιταλικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] v. alfabetizzare

Αγγλικά → Πολωνικά - alphabetize

προφορά
v. alfabetycznie: układać alfabetycznie

Αγγλικά → Πορτογαλικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] v. alfabetizar; ordenar de acordo com as letras do alfabeto, colocar em ordem alfabética (inglês britânico: alphabetise)

Αγγλικά → Ρουμανικά - alphabetize

προφορά
v. aranja în ordine alfabetică

Αγγλικά → Ρωσικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] г. располагать по алфавиту, располагать в алфавитном порядке

Αγγλικά → Ισπανικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] v. alfabetizar, poner en orden alfabético

Αγγλικά → Τουρκικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] f. alfabetik olarak sıralamak

Αγγλικά → Ουκρανικά - alphabetize

προφορά
v. алфавітний: розташувати в алфавітному порядку, літера: позначати на письмі за допомогою літер

Αγγλικά → Ολλανδικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] ww. op alfabetische volgorde ordenen (ook "alphabetise")

Αγγλικά → Αραβικά - alphabetize

προφορά
‏ترتيب حسب الأبجدية‏
‏أبجد، رتب أبجديا‏

Αγγλικά → Κινεζικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] (动) 依字母顺序排列, 以字母表示

Αγγλικά → Κινεζικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] (動) 依字母順序排列, 以字母表示

Αγγλικά → Χίντι - alphabetize

προφορά
v. अकारादि ऋम का करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] (動) アルファベット順に並べる(alphabetise とも綴る)

Αγγλικά → Κορεατικά - alphabetize

προφορά
[alphabetize (Amer.) ] 동. 알파벳순으로 하다


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: alphabetizing
Present: alphabetize (3.person: alphabetizes)
Past: alphabetized
Future: will alphabetize
Present conditional: would alphabetize
Present Perfect: have alphabetized (3.person: has alphabetized)
Past Perfect: had alphabetized
Future Perfect: will have alphabetized
Past conditional: would have alphabetized
© dictionarist.com