Αγγλικά → Ελληνικά - along

προφορά
επίρ. κατά μήκος, εμπρός

Αγγλικά → Αγγλικά - along

προφορά
adv. together with
prep. in the direction of

Αγγλικά → Γαλλικά - along

προφορά
adv. avec
prép. en direction de

Αγγλικά → Γερμανικά - along

προφορά
adv. davon; weiter; mit
prp. entlang, in richtung

Αγγλικά → Ινδονησιακά - along

προφορά
adv. terus, kira-kira, sekitar, kurang lebih, sekira, sekira-kira, lanjut, maju, serta, beserta, berserta
prep. sepanjang

Αγγλικά → Ιταλικά - along

προφορά
avv. avanti, innanzi; con sé; da uno all'altro
prep. lungo; durante

Αγγλικά → Πολωνικά - along

προφορά
adv. naprzód, dalej, siebie: z sobą
prep. wzdłuż, po, z, ze, przez

Αγγλικά → Πορτογαλικά - along

προφορά
adv. junto com
prep. adiante

Αγγλικά → Ρουμανικά - along

προφορά
adv. înainte
prep. lung: de-a lungul, pe

Αγγλικά → Ρωσικά - along

προφορά
нареч. дальше, вперед, вдоль, по всей линии, по длине, вместе, с собой
предл. вдоль, по, в направлении

Αγγλικά → Ισπανικά - along

προφορά
adv. adelante; junto, cerca
prep. a lo largo de; junto con

Αγγλικά → Τουρκικά - along

προφορά
zf. boyunca, süresince; yanısıra, beraberine, yanına; ileriye, ileri
ed. boyunca

Αγγλικά → Ουκρανικά - along

προφορά
adv. далі, уперед, з, разом з, уже, вздовж
prep. по, уздовж, повз

Αγγλικά → Ολλανδικά - along

προφορά
bw. samen
vz. langs

Αγγλικά → Αραβικά - along

προφορά
‏على طول، من شخص الى اخر، بقربه‏
‏الى الأمام‏

Αγγλικά → Κινεζικά - along

προφορά
(副) 向前; 带着; 一起; 来到
(介) 沿着; 顺着#向前; 带着; 一起; 来到

Αγγλικά → Κινεζικά - along

προφορά
(副) 向前; 帶著; 一起; 來到
(介) 沿著; 順著#向前; 帶著; 一起; 來到

Αγγλικά → Χίντι - along

προφορά
adv. लंबाई में, आगे, साथ में
prep. बग़ल में, समानांतर: के समानांतर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - along

προφορά
(副) 先へ; いっしょに
(前) 沿って; のっとって; 端から端へ

Αγγλικά → Κορεατικά - along

προφορά
부. ...와 함께
전. ...을 따라서

Αγγλικά → Βιετναμικά - along

προφορά
n. dài theo
a. cô độc, tứ cố vô thân
adv. dọc theo, để yên, không kể, không thân nhân


dictionary extension
© dictionarist.com