Αγγλικά → Ελληνικά - ally

προφορά
ουσ. σύμμαχος, συμμαχία
ρήμ. συμμαχώ, συνδέω, συνδέομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - ally

προφορά
n. member of a pact, member of a treaty, member of a formal agreement
v. make a pact with -, join with -

Αγγλικά → Γαλλικά - ally

προφορά
n. allié
v. allier; s'allier

Αγγλικά → Γερμανικά - ally

προφορά
n. Verbündeter, Alliierter
v. verbünden, vereinigen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - ally

προφορά
n. sekutu
v. menggabungkan, menyatukan, menyekutui

Αγγλικά → Ιταλικά - ally

προφορά
s. alleato; sostenitore; (Bot, Zool) affine, simile
v. alleare, unire, associare; imparentare

Αγγλικά → Πολωνικά - ally

προφορά
n. sprzymierzeniec, sojusznik, aliant
v. połączyć kogoś z kimś, skoligacić, sprzymierzyć, sprzymierzać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - ally

προφορά
s. confederado; aliado; parente
v. concordar; aliar-se; confederar-se

Αγγλικά → Ρουμανικά - ally

προφορά
v. alia, alia: se alia, uni: se uni
n. aliat

Αγγλικά → Ρωσικά - ally

προφορά
с. союзник, пособник, помощник, слуга; мраморный шарик
г. вступать в союз, объединяться, соединять

Αγγλικά → Ισπανικά - ally

προφορά
s. aliado, cómplice, secuaz
v. aliarse, afiliarse, asociarse

Αγγλικά → Τουρκικά - ally

προφορά
f. birleştirmek, birleşmek, katmak, katılmak
i. müttefik, dost; genetik olarak birbirine bağlı canlı

Αγγλικά → Ουκρανικά - ally

προφορά
n. союзник, помічник, слуга, спільник
v. союз: вступати в союз, об'єднуватися, узи: бути зв'язаним родинними узами, союз: об'єднувати в союз

Αγγλικά → Ολλανδικά - ally

προφορά
zn. bondgenoot
ww. verbinden

Αγγλικά → Αραβικά - ally

προφορά
‏حليف، نصير، عهد‏
‏صاهر، حالف، جمع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - ally

προφορά
(名) 同盟国; 一次大战中的协约国; 同盟者; 二次大战中的同盟国
(动) 使结盟; 与...相关联; 使联姻; 结盟; 联合

Αγγλικά → Κινεζικά - ally

προφορά
(名) 同盟國; 一次大戰中的協約國; 同盟者; 二次大戰中的同盟國
(動) 使結盟; 與...相關聯; 使聯姻; 結盟; 聯合

Αγγλικά → Χίντι - ally

προφορά
n. मित्र, समवर्गी
v. संबद्ध करना, जोड़ना, मैत्री करना, मिलाना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - ally

προφορά
(名) 同盟国; 同盟者; 連合国
(動) 同盟する; 縁組みする; 提携する

Αγγλικά → Κορεατικά - ally

προφορά
명. 동맹국, 제휴국
동. 동맹시키다, 제휴시키다, 결합시키다

Αγγλικά → Βιετναμικά - ally

προφορά
n. kết thân, giao hảo, đồng minh


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: allying
Present: ally (3.person: allies)
Past: allied
Future: will ally
Present conditional: would ally
Present Perfect: have allied (3.person: has allied)
Past Perfect: had allied
Future Perfect: will have allied
Past conditional: would have allied
© dictionarist.com