Αγγλικά → Ελληνικά - allotment

προφορά
ουσ. απονομή, κατανομή, παροχή, μερίδιο, μηνιαίο εισόδημα οικογένειων ναυτικών

Αγγλικά → Αγγλικά - allotment

προφορά
n. share, portion; lot in life;(British) small piece of land; garden

Αγγλικά → Γαλλικά - allotment

προφορά
n. allotissement, lopin de terre, lotissement

Αγγλικά → Γερμανικά - allotment

προφορά
n. Zuteilung; Anteil

Αγγλικά → Ινδονησιακά - allotment

προφορά
n. pemberian, pembagian, peruntukan, bagian, jatah, tanah sewa untuk tani

Αγγλικά → Ιταλικά - allotment

προφορά
s. distribuzione, ripartizione; parte, porzione; lotto, piccolo appezzamento; (Econ) ripartizione di un reddito; (am; Mil) assegno

Αγγλικά → Πολωνικά - allotment

προφορά
n. przydział, podział, asygnowanie, wydzielenie, działka

Αγγλικά → Πορτογαλικά - allotment

προφορά
s. permissão do uso de verbas, destinação de verbas a ; parte; lote de terra arrendado

Αγγλικά → Ρουμανικά - allotment

προφορά
n. alocare, repartizare, distribuire, alocaţie, repartiţie, împărţeală, atribuire, împroprietărire, lot de pământ

Αγγλικά → Ρωσικά - allotment

προφορά
с. выделение, распределение, назначение; введение в состав; доля, надел; небольшой участок, участок земли; выплата по аттестату, перечисление

Αγγλικά → Ισπανικά - allotment

προφορά
s. porción, cuota, lote; distribución, asignación, reparto

Αγγλικά → Τουρκικά - allotment

προφορά
i. paylaştırma, pay etme, bölüştürme; tahsis, pay, hisse, kiraya verilen küçük arazi

Αγγλικά → Ουκρανικά - allotment

προφορά
n. виділення, розподіл, призначення, частка, доля, талан, ділянка, оренда: що віддається в оренду

Αγγλικά → Ολλανδικά - allotment

προφορά
zn. toegewezen deel; aandeel; perceel (door overheid verhuurd)

Αγγλικά → Αραβικά - allotment

προφορά
‏تخصيص، توزيع، تقسيم، حصة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - allotment

προφορά
(名) 配给的土地, 分配, 命运

Αγγλικά → Κινεζικά - allotment

προφορά
(名) 配給的土地, 分配, 命運

Αγγλικά → Χίντι - allotment

προφορά
n. बंटाई, बांट, आवंटन, निर्धारण, हिस्सा, अंश, भाग्य

Αγγλικά → Ιαπωνικά - allotment

προφορά
(名) 分配; 分け前; 貸出菜園

Αγγλικά → Κορεατικά - allotment

προφορά
명. 할당, 몫, 분담액, 특별수당, 지정, 운수

Αγγλικά → Βιετναμικά - allotment

προφορά
n. sự cấp cho, sự giao cho, sự phân phát, sự phân phối, sự chia phần


dictionary extension
© dictionarist.com