Ιταλικά → Αγγλικά - alimento

προφορά
n. food, aliment, nourishment

Πορτογαλικά → Αγγλικά - alimento

προφορά
(m) n. food; nourishment, nutriment; feed, aliment; sustenance

Ισπανικά → Αγγλικά - alimento

προφορά
[alimento (m)] n. nourishment, food; nutriment

Ιταλικά → Γαλλικά - alimento

προφορά
(generi alimentari) nourriture (f); aliments (mp); aliment (m)

Ιταλικά → Γερμανικά - alimento

προφορά
n. nahrung, kost, bodybuilder, nahrungsmittel

Πορτογαλικά → Γαλλικά - alimento

προφορά
(comestíveis) nourriture (f); aliments (mp); aliment (m)

Ισπανικά → Γαλλικά - alimento

προφορά
(comestibles) nourriture (f); aliments (mp); aliment (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - alimento

προφορά
n. nahrung, nahrungsmittel, beköstigung, essen, speise, kost, futter, fraß

Ισπανικά → Ρωσικά - alimento

προφορά
n. пища, продукт питания, корм, снабжение

Ισπανικά → Κορεατικά - alimento

προφορά
n. 식량, 양분, 자양물


dictionary extension
© dictionarist.com