Ισπανικά → Αγγλικά - alimentación

προφορά
n. feeding; nutrition, nourishment; alimentation

Ισπανικά → Γαλλικά - alimentación

προφορά
1. (general) alimentation (f)
2. (comestibles) nourriture (f); aliments (mp)
3. (comida) alimentation (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - alimentación

προφορά
n. ernährung, verpflegung, verköstigung, fütterung, essen, kost, speisung, beschickung, zuführung, zuleitung

Ισπανικά → Ρωσικά - alimentación

προφορά
n. питание, снабжение

Ισπανικά → Κορεατικά - alimentación

προφορά
n. 섭식, 영양물 섭취


dictionary extension
© dictionarist.com