Ισπανικά → Αγγλικά - aldeano

προφορά
adj. village, rustic

Ισπανικά → Γαλλικά - aldeano

προφορά
(hombre) villageois (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - aldeano

προφορά
n. bauer, dorfbewohner
a. ländlich, bäuerlich, bäuerisch, dörflich

Ισπανικά → Ρωσικά - aldeano

προφορά
n. крестьянин,
adj. деревенский

Ισπανικά → Κορεατικά - aldeano

προφορά
n. 마을 사람
adj. 시골의


© dictionarist.com