Πορτογαλικά → Αγγλικά - alcance

προφορά
(m) n. reach; ability, aptitude; grasp; competence, power

Ισπανικά → Αγγλικά - alcance

προφορά
n. reach; range, scope; importance, significance; deficit; intelligence; chase, hunt; size; potency of drug

Ισπανικά → Γαλλικά - alcance

προφορά
1. (región) étendue (f); superficie (f)
2. (distancia) portée (f); atteinte (f)
3. (derecho) portée (f); domaine (m); corps (m); articles (mp)

Ισπανικά → Γερμανικά - alcance

προφορά
n. bereich, wirkungsbereich, umfang, reichweite, tragweite, schussbereich, bedeutung, wichtigkeit

Ισπανικά → Ρωσικά - alcance

προφορά
n. достижение, понятливость

Ισπανικά → Κορεατικά - alcance

προφορά
n. 범위, 이해력, 사정, 추적, 달성


dictionary extension
© dictionarist.com