Αγγλικά → Ελληνικά - alarm

προφορά
ουσ. προειδοποίησις κινδύνου
ρήμ. τρομάζω, σημαίνω συναγερμό

Αγγλικά → Αγγλικά - alarm

προφορά
n. alert; alarm system; anxiety, concern; fear
v. scare, terrify; frighten, intimidate
n. alarm, alert; anxiety, concern, fear

Αγγλικά → Γαλλικά - alarm

προφορά
n. alerte; alarme; système d'alarme; sonnette d'alarme; inquiétude; anxiété, angoisse, peur
v. alarmer; alerter, terrifier, angoisser, intimider; inquiéter

Αγγλικά → Γερμανικά - alarm

προφορά
n. Alarm; Besorgnis, Angst; Alarmanlage
v. beunruhigen, erschrecken; entsetzen

Αγγλικά → Ινδονησιακά - alarm

προφορά
n. alarm, larem, tanda bahaya, beker, weker, sirene, ketakutan, kegelisahan
v. menggusarkan, menggelisahkan, menguatirkan, menakuti, menakuntukan

Αγγλικά → Ιταλικά - alarm

προφορά
s. paura, timore, preoccupazione; allarme; segnale; sveglia
v. allarmare, spaventare, impaurire; dare l'allarme a, avvertire

Αγγλικά → Πολωνικά - alarm

προφορά
n. alarm, sygnalizacja, trwoga, popłoch, strach, urządzenie alarmowe, budzik, larum, zaniepokojenie, zatroskanie, pobudka
v. alarmować, zaalarmować, przestraszyć, nastraszyć, zaniepokoić, niepokoić, zatrwożyć, płoszyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - alarm

προφορά
s. alarme; sistema de alarme; preocupação
v. alarmar; tocar o alarma; amedrontar

Αγγλικά → Ρουμανικά - alarm

προφορά
n. alarmă, panică, teamă, buimăceală, îngrijorare, grijă
v. alarma, da alarmă, speria, emoţiona

Αγγλικά → Ρωσικά - alarm

προφορά
с. тревога, сигнал опасности, сигнал тревоги, предупреждение об опасности, аварийная сигнализация, резкий тревожный гудок; боевая тревога, призыв к оружию; смятение, переполох, страх
г. поднять тревогу, давать сигнал тревоги; встревожить, взволновать, переполошить; волновать, пугать

Αγγλικά → Ισπανικά - alarm

προφορά
s. alarma, alerta, azoramiento; zumbador
v. alarmar; ser alarmante

Αγγλικά → Τουρκικά - alarm

προφορά
f. alârma geçirmek, alârm vermek, ayağa kaldırmak, telaşlandırmak, korkutmak, panik yapmak
i. alârm, tehlike işareti, telaş; korku, dehşet

Αγγλικά → Ουκρανικά - alarm

προφορά
n. тривога, сигнал небезпеки, сигналізація: тривожна сигналізація, сум'яття, паніка, шум, крик, гуркіт, метушня, страх, алярм, збентеження, переполох, сполох
v. тривога: піднімати тривогу, тривога: піднімати по тривозі, стривожити, схвилювати, налякати, стурбувати, сполохати, збентежити, розтривожити, тривожити
a. сполошний

Γερμανικά → Αγγλικά - alarm

προφορά
(Air-Launched Anti-Radiation Missile) n. alert; alarm system; anxiety, concern; fear

Ινδονησιακά → Αγγλικά - alarm

n. alarm, danger-signal

Πολωνικά → Αγγλικά - alarm

n. alarm, alert, stir, tocsin, commotion

Τουρκικά → Αγγλικά - alarm

προφορά
n. alert; alarm system; anxiety, concern; fear
v. scare, terrify; frighten, intimidate
n. alarm, alert; anxiety, concern, fear

Ολλανδικά → Αγγλικά - alarm

προφορά
n. alarm, alarm system; alert, emergency; fear

Αγγλικά → Ολλανδικά - alarm

προφορά
zn. alarm; alarminstallatie; zorgen; angst
ww. alarmeren; ontstellen

Γερμανικά → Γαλλικά - alarm

προφορά
n. alarme (f), alerte (f)

Γερμανικά → Ιταλικά - alarm

προφορά
n. allarme (m)

Γερμανικά → Ρωσικά - alarm

προφορά
n. тревога (m), сигнал тревоги (m), авария (m)

Γερμανικά → Ισπανικά - alarm

προφορά
n. alarma (f), alerta (f), rebato (m)

Γερμανικά → Τουρκικά - alarm

προφορά
i. hazır ol (m), tehlike haberi (m)

Τουρκικά → Γαλλικά - alarm

προφορά
alarme [la], alerte [la], avertisseur [le]

Τουρκικά → Γερμανικά - alarm

προφορά
n. Lärm

Τουρκικά → Ρωσικά - alarm

προφορά
n. тревога (F), будильник (M)

Ολλανδικά → Γαλλικά - alarm

προφορά
1. (algemeen) alarme (f)
2. (waarschuwing) alerte (f)

Αγγλικά → Αραβικά - alarm

προφορά
‏أداة انذار، هجوم مباغت، إنذار بخطر، ذعر‏
‏أرهب، أرعب، نبه إلى خطر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - alarm

προφορά
(名) 警报; 闹钟; 警报器; 惊慌, 恐惧, 担忧
(动) 警告, 使惊慌

Αγγλικά → Κινεζικά - alarm

προφορά
(名) 警報; 鬧鐘; 警報器; 驚慌, 恐懼, 擔憂
(動) 警告, 使驚慌

Αγγλικά → Χίντι - alarm

προφορά
n. अलार्म, ख़तरे की सूचना, आपत्ति का पूर्वसंकेत, चेतावनी, बेचैनी, खलबली, भय, जगाने का यन्त्र
v. ख़तरे की सूचना देना, डराना, चौंकाना
a. इशारे का, संके तक

Αγγλικά → Ιαπωνικά - alarm

προφορά
(名) 警報; 警報器; 目覚まし時計; 驚き
(動) 怖がらせる; 警報を発する

Αγγλικά → Κορεατικά - alarm

προφορά
명. 경보, 경보기; 경보장치; 놀람, 경악; 관심
동. 무섭게 하다, 두렵게 하다; 깜짝 놀라게 하다, 협박하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - alarm

προφορά
n. tiếng la nguy cấp, sự kinh hãi, máy báo động, báo động, máy đánh thức, hoảng hốt
v. báo tin nguy cấp, làm sợ hải
a. sợ hải

Γερμανικά → Κινεζικά - alarm

προφορά
[der]警报。警告。


Χρονοι ρηματων

Present participle: alarming
Present: alarm (3.person: alarms)
Past: alarmed
Future: will alarm
Present conditional: would alarm
Present Perfect: have alarmed (3.person: has alarmed)
Past Perfect: had alarmed
Future Perfect: will have alarmed
Past conditional: would have alarmed
© dictionarist.com