Γαλλικά → Αγγλικά - ajuste

προφορά
[ajusté] adj. skintight, snug, tight

Πορτογαλικά → Αγγλικά - ajuste

προφορά
n. agreement, settlement, adjustment, negotiation, enrollment, enrolment, covenant, pact, reconcilement, fit

Ισπανικά → Αγγλικά - ajuste

προφορά
[ajuste (m)] n. adjustment, fit; setting; scaling; patch

Πορτογαλικά → Γαλλικά - ajuste

προφορά
1. (geral) ajustement (m)
2. (técnico) réglage (m); mise au point

Ισπανικά → Γαλλικά - ajuste

προφορά
1. (velocidad) réglage (m); position (f)
2. (técnico) réglage (m); mise au point
3. (fijación) agrafage (m); serrage (m); fixation (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - ajuste

προφορά
n. anpassung, passung, zurichtung, angleichung, abgleichung, einstellung, montage, regulierung, ausrichtung, verstellung, umbruch, berichtigung, übereinkunft, vereinbarung, abkommen, vergleich, vergleichung, abfindung, nachstellung, abrichtung

Ισπανικά → Ρωσικά - ajuste

προφορά
n. договоренность

Ισπανικά → Κορεατικά - ajuste

προφορά
n. 맞추기


dictionary extension
© dictionarist.com