Αγγλικά → Ελληνικά - aide

προφορά
ουσ. υπασπιστής, βοηθός

Αγγλικά → Αγγλικά - aide

προφορά
n. adjutant, assistant, helper, second
n. aid, help, assistance; comfort, encouragement; lift, relief; succor, hodman; assistant, mate, helpmate, lender
v. aid, assist, help; bear someone a hand, support; take a hand; relieve, encourage, facilitate; go

Αγγλικά → Γαλλικά - aide

προφορά
n. assistante, aide

Αγγλικά → Γερμανικά - aide

προφορά
n. Gehilfe, Helfer, Berater

Αγγλικά → Ινδονησιακά - aide

προφορά
n. pembantu, ajudan, ajidan

Αγγλικά → Ιταλικά - aide

προφορά
s. (Mil) aiutante di campo

Αγγλικά → Πορτογαλικά - aide

προφορά
s. ajuda; apoio; socorro

Αγγλικά → Ρωσικά - aide

προφορά
с. помощник, адъютант

Αγγλικά → Ισπανικά - aide

προφορά
s. ayudante, asistente, auxiliar

Αγγλικά → Τουρκικά - aide

προφορά
i. yardımcı, yaver, emir subayı

Αγγλικά → Ουκρανικά - aide

προφορά
n. ад'ютант, помічник

Γαλλικά → Αγγλικά - aide

προφορά
(f) n. aid, help, assistance; comfort, encouragement; lift, relief; succor, hodman; assistant, mate, helpmate, lender

Αγγλικά → Ολλανδικά - aide

προφορά
zn. aide de camp; assistent, helper

Γαλλικά → Γερμανικά - aide

προφορά
n. hilfe, mithilfe, beihilfe, hilfeleistung, unterstützung, förderung, aushilfe, hilfskraft, beistand, sukkurs, helfer, gehilfe

Γαλλικά → Ρωσικά - aide

προφορά
n. помощь (f), содействие (f), поддержка (f), утешение (f), помощник (m), ассистент (m), подручный (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - aide

προφορά
[la] yardım

Αγγλικά → Αραβικά - aide

προφορά
‏معاون، ضابط معاون‏

Αγγλικά → Κινεζικά - aide

προφορά
(名) 助手; 侍从武官; 副官

Αγγλικά → Κινεζικά - aide

προφορά
(名) 助手; 侍從武官; 副官

Αγγλικά → Ιαπωνικά - aide

προφορά
(名) 補佐官; 助手; 側近

Αγγλικά → Κορεατικά - aide

προφορά
명. 부관, 조력자, 보좌관, 도우미

Αγγλικά → Βιετναμικά - aide

προφορά
n. giúp đở lẩn nhau


dictionary extension
© dictionarist.com