Ισπανικά → Αγγλικά - ahorro

προφορά
n. saving, thrift, putting by

Ισπανικά → Γαλλικά - ahorro

προφορά
(general) économie (f)

Ισπανικά → Γερμανικά - ahorro

προφορά
n. sparen, ersparnis, sparguthaben, einsparung

Ισπανικά → Ρωσικά - ahorro

προφορά
n. сбережение

Ισπανικά → Κορεατικά - ahorro

προφορά
n. 절약


dictionary extension
© dictionarist.com