Πορτογαλικά → Αγγλικά - agrimensor

προφορά
(m) n. geometrician, geometer; land surveyor, surveyor

Ρουμανικά → Αγγλικά - agrimensor

n. geodesist, surveyor

Ισπανικά → Αγγλικά - agrimensor

προφορά
n. surveyor

Ισπανικά → Γαλλικά - agrimensor

προφορά
(topografía - hombre) topographe (m); arpenteur (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - agrimensor

προφορά
n. feldmesser, landmesser, vermesser


dictionary extension
© dictionarist.com