Ισπανικά → Αγγλικά - agotador

προφορά
adj. exhausting, gruelling, fatiguing, strenuous

Ισπανικά → Γαλλικά - agotador

προφορά
1. (general) astreignant; pénible
2. (trabajo) à vous casser les reins
3. (acción) fatigant; fastidieux; épuisant; éreintant 4. (persona) fatigant; épuisant

Ισπανικά → Γερμανικά - agotador

προφορά
a. erschöpfend, aufreibend, strapaziös, zermürbend

Ισπανικά → Ρωσικά - agotador

προφορά
adj. изнуряющий

Ισπανικά → Κορεατικά - agotador

προφορά
adj. 소모적인, 기진 맥진하게 하는, 부담스러운


© dictionarist.com