Αγγλικά → Ελληνικά - affluence

προφορά
ουσ. αφθονία

Αγγλικά → Αγγλικά - affluence

προφορά
n. plenty, abundance; wealth, riches
n. pouring out, crowd, abundance

Αγγλικά → Γαλλικά - affluence

προφορά
n. abondance; richesse

Αγγλικά → Γερμανικά - affluence

προφορά
n. Wohlstand; Reichtum; Überfluss

Αγγλικά → Ινδονησιακά - affluence

προφορά
n. kekayaan, kemakmuran

Αγγλικά → Ιταλικά - affluence

προφορά
s. opulenza, ricchezza, abbondanza, profusione; afflusso, affluenza

Αγγλικά → Πολωνικά - affluence

προφορά
n. zgromadzenie, obfitość, napływ, natłok, dostatek, zasobność, zamożność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - affluence

προφορά
s. afluência; fartura

Αγγλικά → Ρουμανικά - affluence

προφορά
n. afluenţă, belşug

Αγγλικά → Ρωσικά - affluence

προφορά
с. изобилие, обилие, богатство; приток, стечение, наплыв

Αγγλικά → Ισπανικά - affluence

προφορά
s. opulencia, afluencia, poder adquisitivo

Αγγλικά → Τουρκικά - affluence

προφορά
i. bolluk, çokluk, zenginlik, servet

Αγγλικά → Ουκρανικά - affluence

προφορά
n. достаток, багатство, приплив, наплив, скупчення

Γαλλικά → Αγγλικά - affluence

προφορά
(f) n. pouring out, crowd, abundance

Αγγλικά → Ολλανδικά - affluence

προφορά
zn. rijkdom; overdaad

Γαλλικά → Γερμανικά - affluence

προφορά
n. hochsaison, andrang, massenandrang, ansturm

Γαλλικά → Ιταλικά - affluence

προφορά
(général) afflusso (m); affluenza (f)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - affluence

προφορά
(général) influxo (m); afluência (f)

Γαλλικά → Ρωσικά - affluence

προφορά
n. стечение (f), приток (f), наплыв (f)

Γαλλικά → Ισπανικά - affluence

προφορά
(général) afluencia (f)

Γαλλικά → Τουρκικά - affluence

προφορά
[la] akın, üşüşme; bolluk

Γαλλικά → Ολλανδικά - affluence

προφορά
(général) toevloed (m); toestroming (f)

Αγγλικά → Αραβικά - affluence

προφορά
‏وفرة، فيض، غنى، تدفق، بحبوحة، ترف‏

Αγγλικά → Κινεζικά - affluence

προφορά
(名) 富足, 富裕, 流入

Αγγλικά → Κινεζικά - affluence

προφορά
(名) 富足, 富裕, 流入

Αγγλικά → Χίντι - affluence

προφορά
n. प्रचुरता, धन, श्री, समृद्धि, संपन्नता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - affluence

προφορά
(名) 富裕

Αγγλικά → Κορεατικά - affluence

προφορά
명. 풍요로움; 부유함, 부

Αγγλικά → Βιετναμικά - affluence

προφορά
n. chổ nhiều người tụ họp, nhiều, sự giàu có, sung túc, đông đảo


dictionary extension
© dictionarist.com