Αγγλικά → Ελληνικά - affirmed

προφορά
[affirm] ρήμ. δηλώνω υπεύθυνα [νομ.], βεβαιώνω

Αγγλικά → Αγγλικά - affirmed

προφορά
adj. acknowledged, confirmed; declared to be true

Αγγλικά → Γαλλικά - affirmed

προφορά
[affirm] v. affirmer, soutenir; confirmer, homologuer

Αγγλικά → Γερμανικά - affirmed

προφορά
[affirm] v. bestätigen; behaupten; verkünden

Αγγλικά → Ινδονησιακά - affirmed

προφορά
v. menegaskan, menguatkan, mengiakan, mensahkan, memperteguh, memperkukuh, memperteguhkan, memperkukuhkan

Αγγλικά → Ιταλικά - affirmed

προφορά
[affirm] v. affermare, asserire, dichiarare; confermare; (Dir) dichiarare solennemente

Αγγλικά → Πολωνικά - affirmed

προφορά
v. potwierdzać, twierdzić, utrzymywać, zatwierdzać, zaręczać, upewniać

Αγγλικά → Πορτογαλικά - affirmed

προφορά
adj. afirmado, reconhecido, confirmado; declarado como verdade

Αγγλικά → Ρουμανικά - affirmed

προφορά
v. afirma, confirma, susţine, zice, mărturisi

Αγγλικά → Ρωσικά - affirmed

προφορά
[affirm] г. подтверждать, утверждать, торжественно заявлять, скреплять подписью

Αγγλικά → Ισπανικά - affirmed

προφορά
adj. reconocido, reputado; aceptado, confirmado

Αγγλικά → Τουρκικά - affirmed

προφορά
[affirm] f. söylemek, ileri sürmek, iddia etmek, beyan etmek, bildirmek, doğrulamak, onaylamak

Αγγλικά → Ουκρανικά - affirmed

προφορά
v. робити заяву, підтверджувати, скріпляти підписом, стверджувати, твердити, урочисто заявляти

Αγγλικά → Ολλανδικά - affirmed

προφορά
[affirm] ww. bevestigen, bekrachtigen; toegeven

Αγγλικά → Αραβικά - affirmed

προφορά
‏مؤكد، مقرر‏

Αγγλικά → Κινεζικά - affirmed

προφορά
[affirm] (动) 坚称, 申明, 断言; 证明; 确认, 证实; 断言; 提供正式证词

Αγγλικά → Κινεζικά - affirmed

προφορά
[affirm] (動) 堅稱, 申明, 斷言; 證明; 確認, 證實; 斷言; 提供正式證詞

Αγγλικά → Χίντι - affirmed

προφορά
v. दृढ़ता के साथ कहना, विधिपूर्वक पुष्ट करना, दावे से कहना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - affirmed

προφορά
(形) 認識した; 正しいと認めた

Αγγλικά → Κορεατικά - affirmed

προφορά
[affirm] 동. 단언하다, 확언하다; 확신을 갖고 주장하다; 사실임을 진술하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - affirmed

προφορά
v. chứng thật, quả quyết, xác nhận


© dictionarist.com