Ισπανικά → Αγγλικά - adyacente

προφορά
adj. adjacent

Ισπανικά → Γαλλικά - adyacente

προφορά
1. (geografía) contigu
2. (contiguo) adjacent; contigu; attenant

Ισπανικά → Γερμανικά - adyacente

προφορά
a. anliegend, anschließend, nebenstehend, angrenzend, anstoßend

Ισπανικά → Ρωσικά - adyacente

προφορά
adj. прилегающий

Ισπανικά → Κορεατικά - adyacente

προφορά
adj. 이웃의


dictionary extension
© dictionarist.com