Αγγλικά → Ελληνικά - advocate

προφορά
ρήμ. συνηγορώ
ουσ. συνήγορος, σύνδικος

Αγγλικά → Αγγλικά - advocate

προφορά
v. be in favor of, support; stand for, intercede for
n. defense counsel; attorney; supporter, follower, proponent, champion

Αγγλικά → Γαλλικά - advocate

προφορά
v. défendre; soutenir; se faire l'avocat de
n. avocat; partisan, supporteur

Αγγλικά → Γερμανικά - advocate

προφορά
v. unterstützen; befürworten
n. Rechtsanwalt, Verfechter, Unterstützer

Αγγλικά → Ινδονησιακά - advocate

προφορά
n. pengacara, penyokong, penganjur, pendorong
v. menganjurkan, menyokong, mengacukan

Αγγλικά → Ιταλικά - advocate

προφορά
v. difendere, patrocinare, sostenere la causa di
s. fautore, difensore, sostenitore; (scozz) avvocato

Αγγλικά → Πολωνικά - advocate

προφορά
n. adwokat, rzecznik, orędownik, zwolennik, ideolog, głosiciel, szermierz, apostoł
v. bronić, zalecać, orędować, popierać, forsować, apostołować, poprzeć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - advocate

προφορά
v. defender; advogar
s. advogado; defensor; patrono

Αγγλικά → Ρουμανικά - advocate

προφορά
v. susţine, pleda pentru, apăra, preconiza
n. avocat, susţinător, adept, soldat, partizan

Αγγλικά → Ρωσικά - advocate

προφορά
г. защищать, выступать в защиту, отстаивать, поддерживать, пропагандировать
с. адвокат, заступник, защитник, сторонник

Αγγλικά → Ισπανικά - advocate

προφορά
v. apoyar; abogar por, abrigar, hablar en favor de, mediar por, propugnar
s. defensor, abogado, causídico, intercesor, jurisconsulto, legista, medianero, picapleitos, preconizador

Αγγλικά → Τουρκικά - advocate

προφορά
f. savunmak, müdafaa etmek, desteklemek
i. avukat, savunucu, yandaş, taraftar

Αγγλικά → Ουκρανικά - advocate

προφορά
n. адвокат, захисник, заступник, прихильник, прибічник, оборонець, поборник
v. відстоювати, захищати, обороняти, обстоювати, пропагувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - advocate

προφορά
ww. bepleiten; steunen, voorstander zijn van
zn. advocaat, verdediger, voorstander

Ολλανδικά → Γαλλικά - advocate

προφορά
(rechten - vrouw) avocate (f); défenseur (m)

Αγγλικά → Αραβικά - advocate

προφορά
‏المحامي، المؤيد، محامي الدفاع‏
‏حمى، ترافع، دافع، أيد‏
‏متحمس‏

Αγγλικά → Κινεζικά - advocate

προφορά
(动) 拥护; 主张; 提倡; 鼓吹
(名) 提倡者; 辩护者; 拥护者; 律师

Αγγλικά → Κινεζικά - advocate

προφορά
(動) 擁護; 主張; 提倡; 鼓吹
(名) 提倡者; 辯護者; 擁護者; 律師

Αγγλικά → Χίντι - advocate

προφορά
n. अभिवक्ता, वकील, समर्थक
v. वकालत करना, पक्षपोषित करना, हिमायत करना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - advocate

προφορά
(動) 擁護する; 主唱する
(名) 主唱者; 擁護者; 弁護士

Αγγλικά → Κορεατικά - advocate

προφορά
동. 옹호하다, 지지하다; 대표하다, 중재하다
명. 변호사; 지지자, 추종자

Αγγλικά → Βιετναμικά - advocate

προφορά
n. thầy kiện, người bênh vực
v. biện hộ, binh vực, bào chửa


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: advocating
Present: advocate (3.person: advocates)
Past: advocated
Future: will advocate
Present conditional: would advocate
Present Perfect: have advocated (3.person: has advocated)
Past Perfect: had advocated
Future Perfect: will have advocated
Past conditional: would have advocated
© dictionarist.com