Αγγλικά → Ελληνικά - adroitness

προφορά
ουσ. επιτηδιότητα, επιδεξιότητα

Αγγλικά → Αγγλικά - adroitness

προφορά
n. speediness, nimbleness; skill

Αγγλικά → Γαλλικά - adroitness

προφορά
n. adresse, habileté

Αγγλικά → Γερμανικά - adroitness

προφορά
n. Gewandtheit, Geschicklichkeit; Schlagfertigkeit, Pfiffigkeit

Αγγλικά → Ινδονησιακά - adroitness

προφορά
n. kecakapan, ketangkasan, kepandaian, kecerdikan, kecerdasan

Αγγλικά → Ιταλικά - adroitness

προφορά
s. abilità, destrezza

Αγγλικά → Πολωνικά - adroitness

προφορά
n. zręczność, sprytność, spryt, sprawność, wprawność, zgrabność, pomysłowość, udatność

Αγγλικά → Πορτογαλικά - adroitness

προφορά
s. habilidade, destreza; talento

Αγγλικά → Ρουμανικά - adroitness

προφορά
n. îndemânare, isteţime, dibăcie, abilitate

Αγγλικά → Ρωσικά - adroitness

προφορά
с. ловкость, искусность, находчивость, проворство

Αγγλικά → Ισπανικά - adroitness

προφορά
s. destreza, maña

Αγγλικά → Τουρκικά - adroitness

προφορά
i. beceri, hüner, el çabukluğu, beceriklilik

Αγγλικά → Ουκρανικά - adroitness

προφορά
n. спритність, моторність, вправність, винахідливість

Αγγλικά → Ολλανδικά - adroitness

προφορά
zn. handig; gevat

Αγγλικά → Αραβικά - adroitness

προφορά
‏خفة، مهارة‏

Αγγλικά → Κινεζικά - adroitness

προφορά
(名) 灵巧; 精明; 机敏

Αγγλικά → Κινεζικά - adroitness

προφορά
(名) 靈巧; 精明; 機敏

Αγγλικά → Χίντι - adroitness

προφορά
n. चतुराई, नैपुण्य, प्रवीणता

Αγγλικά → Ιαπωνικά - adroitness

προφορά
(名) 器用さ; 巧みさ

Αγγλικά → Κορεατικά - adroitness

προφορά
명. 재치있슴, 재빠름; 능숙함

Αγγλικά → Βιετναμικά - adroitness

προφορά
n. sự khéo léo


dictionary extension
© dictionarist.com