Ισπανικά → Αγγλικά - adquisición

προφορά
n. acquisition, act of acquiring; purchase

Ισπανικά → Γαλλικά - adquisición

προφορά
1. (general) acquisition (f)
2. (objetos) achat (m); acquisition (f)
3. (compañía) prise de contrôle; achat (m); rachat (m) 4. (comercio) achat (m)

Ισπανικά → Γερμανικά - adquisición

προφορά
n. erwerb, erwerbung, anschaffung, ankauf, einkauf, kauf, erstehung, erlangung, bezug, beschaffung, gewinnung, errungenschaft

Ισπανικά → Ρωσικά - adquisición

προφορά
n. приобретение

Ισπανικά → Κορεατικά - adquisición

προφορά
n. 구입물, 위임장


dictionary extension
© dictionarist.com