Αγγλικά → Ελληνικά - adolescent

προφορά
ουσ. έφηβος

Αγγλικά → Αγγλικά - adolescent

προφορά
n. young person; one who is at the stage between childhood and adulthood
adj. of puberty, pertaining to the age between childhood and adulthood
adj. adolescent, teenage; pertaining to the age between childhood and adulthood

Αγγλικά → Γαλλικά - adolescent

προφορά
n. adolescent; jeune homme
adj. adolescent

Αγγλικά → Γερμανικά - adolescent

προφορά
n. Jugendlicher; Heranwachsender
adj. heranwachsend, in der Pubertät

Αγγλικά → Ινδονησιακά - adolescent

προφορά
n. remaja, anak remaja
a. remaja, belum dewasa, matang: belum matang

Αγγλικά → Ιταλικά - adolescent

προφορά
s. adolescente
agg. adolescente; da adolescente

Αγγλικά → Πολωνικά - adolescent

προφορά
n. niedorostek, młodzieniec, dziewczyna
a. dorastający, młodociany

Αγγλικά → Πορτογαλικά - adolescent

προφορά
s. adolescente
adj. jovem; adolescente

Αγγλικά → Ρουμανικά - adolescent

προφορά
n. adolescent
a. tânăr

Αγγλικά → Ρωσικά - adolescent

προφορά
с. юноша, девушка, подросток
прил. юношеский, юный, подростковый

Αγγλικά → Ισπανικά - adolescent

προφορά
s. adolescente, joven
adj. adolescente, púber; inmaduro, pueril

Αγγλικά → Τουρκικά - adolescent

προφορά
i. genç, yeniyetme, delikanlı
s. genç

Αγγλικά → Ουκρανικά - adolescent

προφορά
n. юнак, дівчина, підліток, недоліток, недоріс
a. юний, юнацький, підлітковий, молодий, інфантильний, нелітній

Γαλλικά → Αγγλικά - adolescent

προφορά
adj. adolescent, teenage; pertaining to the age between childhood and adulthood

Ρουμανικά → Αγγλικά - adolescent

n. juvenile, teenager, youngster, adolescent, stripling, greenhorn, youth, teens

Ολλανδικά → Αγγλικά - adolescent

προφορά
n. adolescent, young person, one who is at the stage between childhood and adulthood

Αγγλικά → Ολλανδικά - adolescent

προφορά
zn. puber; volwassene
bn. opgroeiend

Γαλλικά → Γερμανικά - adolescent

προφορά
n. teenager, teen, jugendliche
adj. halberwachsen

Γαλλικά → Ιταλικά - adolescent

προφορά
1. (général) adolescente; di adolescente; di teen-ager
2. (garçon) adolescente (m)

Γαλλικά → Πορτογαλικά - adolescent

προφορά
1. (général) adolescente; da adolescência
2. (garçon) adolescente (m)

Γαλλικά → Ρωσικά - adolescent

προφορά
n. юноша (m), подросток (m), юнец (m)
a. юношеский

Γαλλικά → Ισπανικά - adolescent

προφορά
1. (général) adolescente
2. (garçon) adolescente (m)

Γαλλικά → Τουρκικά - adolescent

προφορά
[le] [la] yeniyetme, ergen

Ολλανδικά → Γαλλικά - adolescent

προφορά
(jongen) adolescent (m)

Γαλλικά → Ολλανδικά - adolescent

προφορά
1. (général) opgroeiend; tiener-
2. (garçon) adolescent (m); puber (m)

Αγγλικά → Αραβικά - adolescent

προφορά
‏فتى‏
‏مراهق، يافع‏

Αγγλικά → Κινεζικά - adolescent

προφορά
(名) 青少年
(形) 青春期的; 幼稚的, 未成熟的; 青少年的

Αγγλικά → Κινεζικά - adolescent

προφορά
(名) 青少年
(形) 青春期的; 幼稚的, 未成熟的; 青少年的

Αγγλικά → Χίντι - adolescent

προφορά
a. किशोर

Αγγλικά → Ιαπωνικά - adolescent

προφορά
(名) 青春期の人; 思春期の人
(形) 青春期の; 未熟な; 思春期特有の

Αγγλικά → Κορεατικά - adolescent

προφορά
명. 사춘기의 젊은이,청년
형. 청년기의, 한창 젊은

Αγγλικά → Βιετναμικά - adolescent

προφορά
n. thanh niên, thanh nữ, tuổi dậy thì
a. đương thì


dictionary extension
© dictionarist.com