Αγγλικά → Ελληνικά - ado

προφορά
ουσ. φασαρία, θόρυβος

Αγγλικά → Αγγλικά - ado

προφορά
n. commotion, flurry, activity; excitement
n. teenager, one who is between 13 and 19 years of age

Αγγλικά → Γαλλικά - ado

προφορά
n. agitation, bruit

Αγγλικά → Γερμανικά - ado

προφορά
n. Getue, Aufheben

Αγγλικά → Ινδονησιακά - ado

προφορά
n. ribut, beribut: hal beribut, heboh, kegaduhan, kuek, cingcong, kerepotan

Αγγλικά → Ιταλικά - ado

προφορά
s. trambusto, confusione, rumore; difficoltà, fatica, fastidio

Αγγλικά → Πολωνικά - ado

προφορά
n. korowody, ceregiele, trudności, hałas

Αγγλικά → Πορτογαλικά - ado

προφορά
s. tumulto, barulho; comoção

Αγγλικά → Ρουμανικά - ado

προφορά
n. agitaţie, zarvă, zgomot, tapaj, vociferare, caz mare, dificultate

Αγγλικά → Ρωσικά - ado

προφορά
с. суета, беспокойство, трудности, хлопоты

Αγγλικά → Ισπανικά - ado

προφορά
s. bulla, bullicio, ruido

Αγγλικά → Τουρκικά - ado

προφορά
i. gürültü, patırtı, telaş

Αγγλικά → Ουκρανικά - ado

προφορά
n. метушня, суєта, галас, шум, клопіт, утруднення, трудність: труднощі

Γαλλικά → Αγγλικά - ado

προφορά
(adolescent) n. teenager, one who is between 13 and 19 years of age

Αγγλικά → Ολλανδικά - ado

προφορά
zn. drukte; ophef

Γαλλικά → Γερμανικά - ado

προφορά
n. jüngling, teenie, kid

Αγγλικά → Αραβικά - ado

προφορά
‏ضجة، إهتياج‏

Αγγλικά → Κινεζικά - ado

προφορά
(名) 纷扰, 骚扰; 费力, 麻烦; 忙乱; 无谓的纷扰

Αγγλικά → Κινεζικά - ado

προφορά
(名) 紛擾, 騷擾; 費力, 麻煩; 忙亂; 無謂的紛擾

Αγγλικά → Χίντι - ado

προφορά
n. परेशानी, हलचल, झमेला

Αγγλικά → Ιαπωνικά - ado

προφορά
(名) 騒ぎ; 骨折り

Αγγλικά → Κορεατικά - ado

προφορά
명. 야단법석, 소동; 흥분

Αγγλικά → Βιετναμικά - ado

προφορά
n. nổi gay go, khó nhọc, khó khăn, cực khổ, vất vả


dictionary extension
© dictionarist.com