Πορτογαλικά → Αγγλικά - admirado

προφορά
adj. astonished, surprised; admired

Ισπανικά → Αγγλικά - admirado

προφορά
adj. admired; astonished, surprised, amazed

Ισπανικά → Γερμανικά - admirado

προφορά
a. erstaunt, staunend, verwundert

Ισπανικά → Ρωσικά - admirado

προφορά
adj. удивленный, восхищенный

Ισπανικά → Κορεατικά - admirado

προφορά
adj. 놀란


dictionary extension
© dictionarist.com