Αγγλικά → Ελληνικά - adjoin

προφορά
ρήμ. γειτονεύω, συνέχομαι, συνορεύω, συνεφάπτομαι

Αγγλικά → Αγγλικά - adjoin

προφορά
v. touch; be next to, border on; attach, join

Αγγλικά → Γαλλικά - adjoin

προφορά
v. se toucher, s'approcher

Αγγλικά → Γερμανικά - adjoin

προφορά
v. angrenzend, nebeneinander

Αγγλικά → Ινδονησιακά - adjoin

προφορά
v. berdampingan, bersampingan, bergandengan, berbatas, berbatasan, bersebelahan

Αγγλικά → Ιταλικά - adjoin

προφορά
v. confinare con, essere contiguo a; unire, congiungere

Αγγλικά → Πολωνικά - adjoin

προφορά
v. przyłączać, stykać się, sąsiadować ze sobą, przylegać do, graniczyć z, przyłączyć

Αγγλικά → Πορτογαλικά - adjoin

προφορά
v. tocar; estar próximo de, fazer fronteira com; aderir, unir

Αγγλικά → Ρουμανικά - adjoin

προφορά
v. învecina, alătura, adăuga

Αγγλικά → Ρωσικά - adjoin

προφορά
г. примыкать, прилегать, граничить, соседствовать, соединяться

Αγγλικά → Ισπανικά - adjoin

προφορά
v. adjuntarse, adherirse, anexarse, unirse; estar contiguo a, lindar con

Αγγλικά → Τουρκικά - adjoin

προφορά
f. yan yana koymak, bitiştirmek, eklemek, katmak, yan yana olmak, bitişik olmak

Αγγλικά → Ουκρανικά - adjoin

προφορά
v. прилягати, межувати, з'єднувати, приєднувати

Αγγλικά → Ολλανδικά - adjoin

προφορά
ww. grenzen aan

Αγγλικά → Αραβικά - adjoin

προφορά
‏جاور، حاذى، ضم‏

Αγγλικά → Κινεζικά - adjoin

προφορά
(动) 贴近; 毗连; 毗邻着, 靠近

Αγγλικά → Κινεζικά - adjoin

προφορά
(動) 貼近; 毗連; 毗鄰著, 靠近

Αγγλικά → Χίντι - adjoin

προφορά
v. सटना, जुड़ा होना, समीप होना, अगला होना, जुटाना, जोड़ना

Αγγλικά → Ιαπωνικά - adjoin

προφορά
(動) 触れる; 隣接する; 接合する

Αγγλικά → Κορεατικά - adjoin

προφορά
동. ...에 닺다; ...에 인접하다, ...에 경계하여 접하다; 결합하다

Αγγλικά → Βιετναμικά - adjoin

προφορά
v. phụ thêm vào


dictionary extension

Χρονοι ρηματων

Present participle: adjoining
Present: adjoin (3.person: adjoins)
Past: adjoined
Future: will adjoin
Present conditional: would adjoin
Present Perfect: have adjoined (3.person: has adjoined)
Past Perfect: had adjoined
Future Perfect: will have adjoined
Past conditional: would have adjoined
© dictionarist.com